Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2009

ο Σάκης .

 

Μια φορά κι ένα καιρό ήταν οι δέσμες κι ανάμεσά τους η πέμπτη  και τα παιδιά που πήγαιναν ή προοριζόντουσαν γι αυτήν ήταν χαρούμενα και το δείχνανε σ'; όλους τους τόπους και με όλους τους τρόπους κι έτσι αυτό το βράδυ σε εκείνο το φροντιστήριο του Χαλανδρίου ο Σάκης που εκτός από χαρούμενος ήταν κι ερωτευμένος κι ο έρωτας είναι καημός ξεχωριστός και φωνάζει από όποια θέση κι αν βρεθείς, τραγούδαγε: «Με σκότωσε γιατί την αγαπούσα // γιατί την είχα σαν μικρό παιδί» ( αθάνατε Διονυσίου! ), επισείοντας τον γέλωτα των συμμαθητών του και το ίδιο και της καθηγήτριας που όμως κράτησε την ψυχραιμία της αλλά δεν την κράτησε ο μετασχηματιστής με τα μη ιδανικά πηνία που δίδασκε κι έκανε τις απώλειες απόδοση και βρέθηκε να παίζει ρόλο χασούρας στο σύστημα του εναλλασσόμενου ρεύματος και πολύ ντράπηκε η καθηγήτρια όταν το διαπίστωνε αργότερα στο σπίτι της κι έψαχνε τον Σάκη και τ'; άλλα τα παιδιά να διορθώσει το λάθος κι επειδή πίστευε κι έγινε, να είναι το θέμα των εξετάσεων της επομένης αλλά κι επειδή ντρεπόταν εκείνον τον Θανάση Κ., τον καθηγητή στο φροντιστήριο του Κανέλλου που φορούσε τζιν παντελόνι και πουκάμισο ίδιο ξεπλυμένο την χρονιά του ';76 που ήταν υποψήφια κι εκείνος της δίδασκε Μηχανική που πολύ αγάπησε με κίνητρο το ξεπλυμένο τζιν και την απόδοση της σε αυτήν, ενώ είχε γράψει το πιο πλήρες βιβλίο στην Επαγωγή και τους Μετασχηματιστές με τον φίλο του που δεν θυμάται το όνομά του πια κι ήθελε να διορθώσει τιμής ένεκεν σε κείνη τη σχέση και την ευθύνη των πράξεων της όπως συνήθιζε νάχει κι ακόμη έχει.

 

Τα χρόνια πέρασαν και μαζί τους  πολλά. Η καθηγήτρια σταματούσε πλέον συχνά στις ανηφόρες για να παίρνει ανάσα μα συνέχιζε να μην βάζει εύκολα «τελείες». Ωστόσο, κάθε που αναγκαζόταν να σταματήσει στις ανηφοριές, ξεφόρτωνε κι από ένα μέρος της νεανικής αυθάδειας κι αλαζονείας και ζαλωνόταν τα χαρακτηριστικά του ενήλικα προχωρημένης ηλικίας, πίκρα ας πούμε και βιασύνη άλλης αφετηρίας κι εγωισμό της εμπειρίας. Και μια κατάσταση άτονης έκφρασης απ'; όπου βγήκε με τον θυμό κι από την ανάγκη του ανθρώπου που «φεύγει» και δεν έχει ακουστεί. Μα όπως τα συναισθήματά της πέφτανε βαριά στην ίδια και στους άλλους, άρχισε να επιτρέπει να εναλλάσσονται στο προσκήνιο ελαφρότητες με βαριές φιλοσοφίες κι αυστηρότητα, δίχως να χάνει ωστόσο τα υλικά που την δόμησαν.

 

Έτσι, εκείνο το πρωινό στο σχολείο του Ζεφυρίου όπου ο Σάκης με τα μελιά μάτια μπογιατισμένα με την τσαχπινιά της φυλής του, άρχισε να τραγουδά στο τέλος της σειράς και του μαθήματος «Άλλα θέλω κι άλλα κάνω / πώς να σου το πω.. », επιβράβευσε το παιδί μ'; ένα χαμόγελο την ώρα που παραδεχόταν πως..α! τι όμορφο τραγούδι! μα δεν θυμόταν ποιο είναι και ρώτησε αυτό και ποιος το τραγουδάει μα ούτε το παιδί το ήξερε μόνο συνέχισε «Έξω φυσάει αέρας // κι όμως μέσα μου ...;», Μάλαμας! Πριγκηπέσα! Είπε και συμφώνησε κι ο Θανάσης του πιο μπροστινού θρανίου κι η έκπληξη ήταν μεγάλη όσο και όμορφη.

 

Το πρώτο τρίμηνο είναι δύσκολο στα σχολεία για λόγους που ούτε μπορείς να φανταστείς κι αν το κάνεις μένεις απορώντας  που δεν τάχες σκεφτεί εξ αρχής. Άμα δε, είναι και πρώτος μήνας της Α'; τάξης, την έβαψες ως εμπλεκόμενος σε μια πιο σύνθετη διαδικασία. Αν σου τύχει μάλιστα να εφαρμόσουν εκείνη την χρονιά που μπαίνεις σε όλα τα τμήματα της Α';, το εξαγγελθέν από το 4ο πρώην ΚΠΣ νυν ΕΣΠΑ, πρόγραμμα «ψηφιακή τάξη», την έκατσες την βάρκα μάγκα μου κι αν δεν σου έχει τύχει ένας Σάκης στη ζωή σου να τραγουδά όσο εσύ πασχίζεις να αποδόσεις τις έννοιες της Φυσικής, δύσκολα να βρεις την σύνδεση με ότι μέλλει να προκύψει.

Κι ότι πρόκυψε ήταν σε πλήρη αρμονία με τις συνήθειες και την κουλτούρα αυτών των παιδιών μα και όσων δίχως την βία του φόβου εναρμονίστηκαν τόσα χρόνια μαζί τους -μιλώ για τα υπόλοιπα παιδιά.

Χορεύεις κυρία; Έχω 30 χρόνια να χορέψω, απάντησε η καθηγήτρια όχι με ντροπή αλλά μιαν ελπίδα να βρεθεί κάτι κάποτε να την ξανασηκώσει για χορό. Τίποτα; Ούτε λίγο; Ούτε τα δικά μας; Κι ένα κλικ έφτανε να ελευθερώσει την μουσική στην αίθουσα και τα κορμιά τους. Ο Σάκης κι ο Θανάσης άρχισαν να λυγίζουν το σώμα τους όπως τους είχε μάθει η φυλή τους, γονείς, θείοι, παππούδες. Τα υπόλοιπα παιδιά γελούσαν συνενοχικά και χαρούμενα.

 

Στους Σάκηδες της ζωής μου όλης

 

 

 

Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2009

στη μέρα δώσε τ' όνομά σου .


Έτσι λοιπόν θαρθεί!
μια μέρα
ξαφνικά
όταν θάχεις ξεχάσει να τον περιμένεις

Ένα πρωινό που θα ξυπνάς από έρωτα τραχύ
με στίχους αγαπημένων τραγουδιών

στο μυαλό σου ριζωμένους
όπως γράφτηκαν εκεί το προηγούμενο βράδυ

Κι ούτε που θάχει πρόσωπο
άγριο και μαύρο
κουκούλα, δρέπανο
δεν θα φορεί ή θα κρατάει

Έτσι, καθώς μια αχτίδα ήλιου θα αντιγράφει την παρουσία σου στον απέναντι τοίχο
απαλλάσσοντας σε από διλήμματα προτεραιοτήτων στην αρχή της ημέρας

χρώματα ή μια κούπα ζεστό καφέ;
απρόσωπος θα εμφανιστεί

σε σχήματα όποια κυριαρχούνε γύρω σου

Πρώτα σαν εκδοχή στο αιφνίδιο
έπειτα σαν ενδεχόμενη βεβαιότητα περιγελούσα το ξέχασμα σου
τέλος σαν δράμα αναπότρεπτο

κι όπως τα πράγματα θα ζυγιάζεις
ζωντανός παράλυτος ή πεθαμένος;
επικαλούμενος παράλληλα τα κοντινά σου θεία
ό,τι στο υποσυνείδητό σου γράφηκε από νωρίς ανακαλώντας

όχι κυρίως σαν επιβεβαίωση της άποψης σου
πως
για τέτοιες ώρες φιάχτηκαν
τον ρόλο τους ας παίξουν

μα από συνήθεια
βοήθεια για να πάρεις
μορφές μα όχι πρόσωπα
θα παίρνει


Μάσκες
που άλλες θα σε συντροφεύουν στην οδό
κι άλλες θα τον γλεντάνε
τον φόβο σου
τον τρόμο σου
το άγχος και το άλγος
εναλλασσόμενες γοργά χωρίς να προλαβαίνεις
τις γνώριμες
τις πιο ζεστές
εκείνες που σε στέργουν
κοντά σου να κρατείς
τις άλλες που σε ψέγουν
ν'αποδιώχνεις
έτσι λοιπόν θα εμφανιστεί
μαζί του να σε πάρει
ή στην καλύτερη των περιπτώσεων
απλά να σου θυμίσει απερίσκεπτο πως είναι να ξεχνιέσαι
ένα πρωινό που θα ξυπνάς από έρωτα τραχύ
με στίχους αγαπημένων τραγουδιών
στο μυαλό σου ριζωμένους

Κι αν
κόντρα στα ενδεχόμενα
το γεγονός υπέρ σου λήξει
μη γελαστείς και το σκεφτείς
πως τάχα τον ξεγέλασες
τον άθλιο τον άγνωστο
που δίχως πρόσωπο κουκούλα ή δρεπάνι
για λίγο κοντοστάθηκε
με άλλονε να παίξει
και σαν το θυμηθεί
κοντά σου πάλι θάρθει

Γι αυτό πράξε σοφά
κι όπως θα σηκώνεσαι
στη μέρα δώσε τ' όνομά σου
να το θυμάσαι ._





[Χανιά
Αυγούστου, 12]



Δευτέρα, 13 Ιουλίου 2009

η μέρα που δεν είχε τίποτα .

Η ημέρα ξυπνούσε διαθλώμενη σε σύννεφο Ιούνη.
Πριν αυτό συμβεί, δεκοχτούρες και κοτσύφια κέντησαν νότες στο ντεκολτέ της.
Ένα απρόσμενα δροσερό αεράκι έσπρωξε τα μαλλιά της από την μια μεριά του κεφαλιού κι όπως εκείνη έγειρε προς τα εκεί, η πρώτη καλημέρα απίθωσε φιλί υπόμνηση αγάπης στο γερτό λαιμό της.
Ο πρωινός καφές ενεργοποίησε γευστικά τους αισθητήρες τής γλώσσας κι ύγρανε απολαυστικά τον ουρανίσκο της.
Οι επόμενες καλημέρες και χαμόγελα σμίλεψαν σκουλαρίκια ανοιχτής αποδοχής στ'; αφτιά της και η αναστάτωση στην αίθουσα από την αναμονή των αποτελεσμάτων έραψε παραπανίσια μεταλλικά τρουκς στο ζωνάκι της φούστα της.
Την ώρα που το χαμόγελο μελαγχολίας που στα χείλη του αγοριού έγραφε μετεξεταστέος χάριζε σε κείνη εμπιστοσύνη κι ελπίδα, μια διένεξη από ανταγωνισμό ξήλωσε την μπροστινή ραφή της αυτοκυριαρχίας της καθιστώντας την απολογητική.
Τότε κι ο Ιούνης έσφιξε δυνατά στα χέρια του το πρόσωπό της κι άφησε ηχηρό φιλί θαυμασμού κι εκτίμησης στο μάγουλό της. Αμήχανη από τ'; αναπάντεχο και την δύναμη της εκδήλωσης, έσκυψε το κεφάλι να μην σχολιαστεί η χαρά κι η έκπληξή της.
Κι όπως τα πράγματα παίζουν πινκ πονκ ανάμεσα σε δότη, παραλήπτη και περιβάλλον, την επόμενη στιγμή η έκπληξη κι η ευχαρίστηση του γονιού γέμιζε καραμέλες γεμιστές με κακάο ευχαριστιών τις τσέπες της όπως εκείνες οι καραμέλες του αστακού που την κέρναγαν οι θείοι της μικρή, όταν απέδωσε τις ξεχωριστές παρατηρήσεις της για τα παιδιά τους.

Καθώς το μεσημέρι πήρε να αγκαλιάζει την μέση της, η ζέστα ίδρωνε το αυλάκι της πλάτης και τις καμπύλες των γοφών της. Ένα άγγιγμα αντρικό στο στήθος κι ακόμη ένα στην κοιλιά αναστάτωσαν τις σφύζουσες ορμόνες της. Στο λευκό των ματιών της γράφηκε η επιθυμία και τα χείλη παραδόθηκαν μισάνοιχτα.
Απόγεμα κι άνεμος αιφνίδιος εισχώρησε στα εντός της οικίας και, κρύβοντας το πρόσωπό του πίσω απο την κουρτίνα, χάιδεψε το χαλαρό κορμί της. Την ίδια ώρα μια ηλιαχτίδα της Δύσης ξέφευγε από τον προορισμό της και ξάφνιαζε την ίριδα του ματιού της. Στο άσπρο μαντήλι που έβγαλε για να στεγνώσει τον αιφνιδιασμό, η αχτίδα που ξεστράτισε πρόλαβε να γράψει με κόκκινη μεταξωτή κλωστή το μονόγραμμά της. Ένα άλφα πλαγιαστό με το αριστερό του άκρο τυλιγμένο σαν ουρά γάτας που προκαλεί το αρσενικό και το δεξί στητό σαν άντρας αγέρωχος και σίγουρος για τον εαυτό του.
Η βαθειά γλυκιά γεύση μιας φέτας καρπούζι ικανοποίησε τα σωθικά της τακτοποιώντας μιαν πιέτα λίγο πιο πάνω από το στρίφωμα της φούστας της.

Κι εκεί, στο στρίφωμα της μέρας, καθώς αυτή χανόταν στα πρώτα φώτα των λαμπτήρων που ίσιωναν τις αποστάσεις ανάμεσα σε εκείνη και την επομένη, ένα υπόλοιπο επιθυμιών ενσωματώθηκε σε ένα κλικ. Εισερχόμενα μηδέν. Κι όσο η ματιά αισθητοποιούσε το ερέθισμα, η αποστολή συμπεράσματος συνετελέσθη ακαριαία και το παντατίφ με την πολύτιμη πέτρα Η_μέρα_δεν_είχε_και_πάλι_τίποτα, καρφιτσώθηκε στο ύψος της καρδιάς.

Νύχτωνε.








 

Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2009

στο ζαχαροπλαστείο "Βυζάντιο" .


























Στο τραπεζάκι
δεξιά από την είσοδο
τρεις άντρες
Πανεπιστημιακοί μα δεν τους τό 'κανες
δίχως τη σιγουριά να υποστηρίζει το εγώ τους
κοινωνικά άπειροι κατά τα φαινόμενα
σχολίαζαν
κρίνοντας την επίδοση στην γνώση
από το βάθος του ντεκολτέ και την στάση του σώματος
-όχι αδικαιολόγητα
Στο τραπεζάκι
τα τυπικά
Γλυκά παραδοσιακά
καφέδες ευρωπαϊκοί
ανάμεικτα


Κι η ώρα που λιγόστευε
φέρνοντάς τους πιο κοντά στην αναχώρηση
από την πόλη που όφειλαν να υπηρετήσουν τις ανάγκες της
-και τις συνήθειές της ίσως
αλλά εκείνοι
αποστασιοποιημένοι
διαρκώς αναχωρούσαν































Στο πατάρι
ησυχία
Ήχοι ξύλου που ταλαντεύεται
με την συχνότητα των βημάτων μου
Φως
εκκλησίας σε βρεγμένο σούρουπο
Στη γωνιά
κατάνυξη υποταγμένη στη φανταστική παρουσία
ανθρώπων άξιων
μιας εποχής πέραν των τυπικών διαστάσεων
Είρωνας στην προσέγγισή του, ο ένας
Πληθωρικός στον παρορμητισμό του, ο άλλος
Διεισδυτικός σε βλέμμα και σκέψη, ο τρίτος
Κι ένας τέταρτος,
ο Γκάτσος





























Έξω
η νύχτα ντυμένη την φαντασία μου
κι ένα χαμόγελο Σειρήνας
κερνά ηδύποτα τους αναχωρητές...





ζαχαροπλαστείο "Βυζάντιο"





[ Ξάνθη ]
3*6


Πέμπτη, 2 Ιουλίου 2009

καταβολισμός *

Manos_e.jpg












Από ώρα
ο ουρανός δήλωνε
την επιδίωξη του να τον προσέξεις
Μα εσύ
ιχνηλατούσες
έλεγες
στα γύρω καλντερίμια
του Μάνου την παρελθούσα παρουσία
Εις μάτην
Θαμμένη κάτω από GTi κι αμάξια διαφόρων κυβικών
απαξίωνε θαρρείς
τους λόγους της μαρτυρίας του
Δυο τρία άτομα μόνο
ντόπιοι και ξένοι
δηλωτικά των καιρών και της εποχής
ενδεχομένως και των συνηθειών του τόπου
εναλλάχθηκαν στο σκηνικό
πιστοποιώντας τις αρχικές σου υποθέσεις
-τα μυστικά της πόλης
βρίσκονται πίσω από τις πόρτες ακόμη-
Τότε κι αυτός
-ο ουρανός-
έβρεξε θυμό
για την προσοχή που δεν του έδωσες
ή για να σε απομακρύνει
από την αλήθεια που αποκαλυπτόταν
Και την ώρα ακριβώς
που τα θυρόφυλλα
έκλειναν
από φόβο μην παρεισφρήσει η οργή
στο τεχνολογικά άρτια οργανωμένο παρόν
μια σκεπή δάκρυσε λησμονιά στον αριστερό σου ώμο
όσο η βροχή νότιζε το μυαλό και το κορμί σου

Στο μπακάλικο
τρεις άνθρωποι
άγνωστοι μεταξύ τους
άρπαξαν την ευκαιρία να μιλήσουν για πολλά
Έγινες ένα μαζί τους
Η κουβέντα άνοιξε
Κι ο ουρανός το ίδιο




καταιγίδα στα λιθόστρωτα


(Ξάνθη)
3*6




 
 
* καταβολισμός:
το σύνολο των φαινομένων
κατά τα οποία
αποδομείται ζώσα ύλη
σε απλούστερες ουσίες
με ταυτόχρονη απελευθέρωση
ενέργειας
-εδώ χρησιμοποιείται μεταφορικά-


Σάββατο, 27 Ιουνίου 2009

έποικοι ερωτοτροπισμοί .

το μεσημέρι κάθισε αποκαμωμένο στην άκρη του κρεβατιού
κι αυτό γούβιασε
για να δεχτεί στην αγκαλιά του
το κουρασμένο σώμα



Είχε ώρα που η νύχτα τέντωνε το κορμί της πάνω από την πόλη
αναποφάσιστη καθώς η Ζέστη δεν την άφηνε σε ησυχία
Τρύπωνε σε όλες της τίς κοιλότητες και την ίδρωνε
μ' ένα τρόπο που αντιφέγγιζε θαρρείς στο σκοτάδι
αδήλωτες επιθυμίες
με το μισόφεγγο της ενοχής
που συγκέντρωνε πάνω του τα βλέμματα περίεργων
Κι αυτή, η Νύχτα, ανέτασσε το σώμα της
πότε έτσι, πότε αλλιώς
σα γυναίκα που καλούσε σε έρωτα
Τότε ένας άνεμος διάτρητος
τόσο που καταντούσε ασαφής
με 'κείνη την ασάφεια μιας τρυφερότητας
απαγορευμένης να εκφραστεί
κι επομένως αντρικής
ταξίδεψε από άλλα μήκη και πλάτη
κι απαλός σαν την ανάσα μωρού σε ύπνο
γύρεψε να στραγγίσει τις εκροές
από το ολούθε του κορμιού της
αφού πρώτα σχημάτισε εμπρός της
δυο βήματα μοναχικά και σίγουρα
ζεϊμπέκικου
Ανακουφισμένη παραδόθηκε
Στο μεταξύ
η κούραση είχε ήδη διακτινιστεί στην ημέρα
που πριν καλά καλά ξυπνήσει
ξερνούσε ήλιο και κάψα
και μιαν άπνοια αποδυναμωμένη
Μέχρι που...
το μεσημέρι κάθισε αποκαμωμένο στην άκρη του κρεβατιού
κι αυτό γούβιασε
για να δεχτεί στην αγκαλιά του
το κουρασμένο σώμα...




τ' απόγεμα φύσηξε βοριάς
τα μυρμήγκια χάθηκαν
γυρνώντας πίσω
μέσα από τρύπες
που είχαν τα ίδια ανοίξει...





 





(αυπνία στις αρχές του καλοκαιριού
ο πρώτος καύσωνας

έποικοι ερωτοτροπισμοί)



Κυριακή, 7 Ιουνίου 2009

απέχω της αποχής .

(ξεκινώ να γράψω κι αισθάνομαι πως θα έρθω σύντομα στην ανάγκη να διασαφηνίσω πως το κείμενο αυτό είναι πρωτίστως πολιτικό)



Contre-Temps*

Η αποχή δεν είναι επιλογή μου
όσο κι αν η συνάφεια του κόσμου με πληγώνει

Το βράδυ πριν το ταξίδι, τηλεφώνησε ο Σταμάτης
Αν θες για τις στατιστικές σας, μάλλον δεν θα σας ψηφίσω, είπα σύντομα
Δεν έχουμε στατιστικές εμείς, είπε. Εμείς ψάχνουμε ψήφους, για να μπορούμε μετά να συνεχίσουμε όπως πριν. Στον Λαναρά. Είμαστε όπως τότε με τους δασκάλους. Αλλά αν εσύ νομίζεις πως αυτοί που θα ψηφίσεις, μετά θα υλοποιήσουν όσα λένε, τότε.. ρίξτα τους ...; με πάθος.. αν όχι.. σε περιμένουμε.
Το μετά! λες κι είναι ξεκάθαρο το μετά στην πολιτική..! λες κι είναι εύκολο να διακρίνεις την συνέπεια λόγων έργων στο διά ταύτα του αύριο.

Στο ξενοδοχείο που έμενα, είχα αρκετές φορές την ευκαιρία να δω τον εαυτό μου γυμνό στον καθρέφτη. Δεν μπορούσα φυσικά να διακρίνω τα ίδια τα χρωμοσώματα που γράψανε στο DNA μου τα χαρακτηριστικά μου, σωματικά και άλλα, διέκρινα όμως σαφώς τα αποτελέσματα συνδυασμών των αρχικών. Λοκρίδα, Κυνουρία. Δυο περιοχές της Ελλάδας όπου οι κάτοικοί της θεωρούνται γηγενείς, καθαροί Έλληνες, έλεγε ένα από τα βιβλία της ιστορίας που έχουν γραφεί. Κι εγώ περήφανη αναγνώριζα πάνω μου τα σωματομετρικά χαρακτηριστικά της φυλής μου όπως κληροδοτήθηκαν σε μένα από τους γονείς μου. Τίποτα από την μακρίκανη γοητεία της Κάρλα Μπρούνι. Ούτε της, στον ίδιο με μένα γεωγραφικό παράλληλο, διατελούσης θυελλώδους Πενέλοπε Κρουζ .
Μήτε καν κάτι από τα στοιχεία των κοριτσιών των τσιγγάνων της συνοικίας που δουλεύω.
Καμπύλες. Καμπύλες που μαρτυρούν μιαν άλλη ξεχωριστή διαδρομή στον χρόνο. Μια μοναδικότητα που μου ανήκει και που με συνδέει με την Ανατολή παρά την Ευρώπη στην οποία ανήκω.

Όλα μας ήταν στρογγυλά. Γεμάτα στρογγυλάδες. Τα κορμιά, οι εκκλησιές, οι μουσικές μας, άκουσα προχτές έναν, που η μύτη του στο προφίλ θύμιζε Μεγαλέξανδρο στα ψηφιδωτά, να λέει.
Στο κορμί του άντρα μου συναντιούνται όλοι οι πολιτισμοί που κατοίκησαν ανά τους αιώνες στην Κρήτη.

Η Έγνατία έτρεχε πριν από μας, μπροστά μας.
Στα λιθόστρωτα οι ταμπέλες των συγχρηματοδοτήσεων μου τράβαγαν το βλέμμα. Μπορεί επειδή είχα λόγο. Μπορεί κι επειδή πραγματοποιούσαν ένα όνειρο. Οι συγχρηματοδοτήσεις. Όχι οι ταμπέλες. Μπορεί κι επειδή μέσα από τα έργα και το στάδιο που βρίσκονταν να έκρινα το δικό μου κράτος και τις προτεραιότητές που θα έπρεπε να έχει.
Ο άνθρωπος από τον φούρνο, δέκα χρόνια φερμένος εδώ από την γειτονική Καβάλα, ήξερε καλά την ιστορία του τόπου που τον φιλοξενεί και λυπόταν για όσα θα μπορούσαν να είχαν γίνει αν ...; αν η πολιτική προτεραιότητα υπήρχε πριν και πάνω από την συμφεροντολογική προσωπική. Αν το μέλημα ήταν για τον άνθρωπο πάνω από τα κέρδη.
Ο άνθρωπος στο μπακάλικο, με σχήμα προσώπου που παρέπεμπε σε Ηπειρώτη, αναφέρθηκε στους Πομάκους κι η κουβέντα συνεχίστηκε για τις μειονότητες στη μεγάλη πόλη. Όχι άσχημα αλλά με ενδιαφέρον κι άποψη που διαφαινόταν μέσα απο τα λόγια κι ας έπεφταν ανολοκλήρωτοι οι συλλογισμοί.


Στο τραίνο για Σταυρούπολη, ένας νέος άντρας με χαρακτηριστικά και χρώματα που θα απέδιδα σε Θρακιώτη, μιλούσε μεγαλόφωνα στο κινητό με την αδελφή του, δηλώνοντας με ειλικρίνεια που διαφαινόταν από τη χροιά της φωνής αλλά και τα λεγόμενά του, πόσο πολύ χάρηκε που είδε τους γονείς τους μετά τόσον καιρό. Και τους δυο γονείς..! κάποιο συμβάν που δεν ξεκαθαρίστηκε από την κουβέντα, χώρισε την οικογένεια μέχρι εκείνη την ημέρα, ημέρα γενεθλίων του, που ο νεαρός είχε πάρει απόφαση να αντικρύσει τους γονείς και πάλι. Κι έφευγε με την ικανοποίηση αυτού που απέδειξε το ζητούμενο. Πως ήταν ικανός να σταθεί στα πόδια του από μόνος του, δίχως βοήθεια κι επομένως, συμπληρώνω εγώ, δεσμεύσεις, έλεγχο, αναθέματα για την διαχείριση της ίδιας του της ζωής από εκείνους. Έφευγε με το: μπράβο το παλληκάρι μου, ειπωμένο από τα πατρικά, αυστηρά κατά συνήθειο, χείλη, τυπωμένο στο πρόσωπο, τη στάση του σώματός του, στον ύπνο που του κλείσε τα βλέφαρα μετά που έκλεισε αυτός το κινητό.


*Contre temps
Μεταλαμβάνω γλωσσική πληρότητα, σκηνές στη γενικότητα και τη λεπτομέρεια τους, άρτια δοσμένες, διείσδυση στο βάθος του ψυχισμού τέλεια. Προσκυνώ εικόνες σε πρασινισμένο, απο την υγρασία της μνήμης, χαλκό, μιας εποχής που το τέλος της με γέννησε και με ωρίμασε. Το βιβλίο της Μιμίκας Ι. Κρανάκη. Δωρισμένο από τον Αλέκο στην κόρη μου πέρυσι. Τον Αλέκο που δεν τον λέω νονό της κόρης μας γιατί πριν από αυτό ήταν, κι εξακολουθεί νάναι, φίλος μας. Το διαβάζω τρεις μέρες τώρα, λέξη προς πρόταση, παράγραφο προς ενότητα, προσεχτικά όσο δεν κάνω πάντα ή συνήθως, όσο κάνω μόνο όταν το κείμενο περιλαμβάνει ψυχογραφήματα κι ανατροπές. Κι υποκλίνομαι. Υποκλίνομαι σε αυτό που μου προσθέτει ευεργετικά. Διαβάζω και συγκρατώ. συγκρατώ και προχωρώ.
Αυτάρκεια . Αυτάρκεια. Και..: είχε θρονιαστεί μέσα της ανεκτόπιστα(!)
Θα ήθελα να γράφω έτσι. Θα ήθελα να σκέφτομαι έτσι.

Ενδοστρέφομαι ανησυχητικά. Ενδοστρέφομαι ενοχλητικά. Απέχω! Απέχω ασυνείδητα θεμάτων που άλλες φορές με ιντριγκάριζαν ενθουσιαστικά.
«[ ...;] Η δνίς Κρανάκη είναι αδύνατο με τη μόρφωση που έχει και με τη διεισδυτική δύναμη της ψυχής και του κριτικού της πνεύματος να μην ξέρει, πως ο πόνος ενός ατόμου, που τον δημιουργεί σχεδόν το ίδιο το άτομο, δεν μπορεί νάχει τόσο ενδιαφέρον όσο ο πόνος ολάκερης της ανθρωπότητας - πόνος τωρινός, περασμένος, μελλούμενος. Δεν μπορεί να μην ξέρει, πως τα μεγάλα έργα κινούν τις προοδευτικές δυνάμεις προς τα εμπρός, ενώ το δικό της το περίφημο κατά τα άλλα έργο, συντάσσεται, έστω και "αρνητικά" με τις σκοτεινές δυνάμεις της αντίδρασης», με την υπογραφή του Κώστα Βάρναλη, δημοσιευμένο στον Ριζοσπάστη Γενάρη του 1948, στον πρόλογο του βιβλίου με το ίδιο, το βιβλίο, αφιερωμένο σε αυτόν. Τον Βάρναλη ...;!

Η μη αποχή -από όλα- είναι επιλογή μου, είναι η προσωπική μου στάση στη ζωή
Όσο κι αν η συνάφεια του κόσμου με πληγώνει
Μόνο ξεχάστηκα!

Ο Φώτης, εκεί που καθίσαμε για να κόψουμε στη μέση τη κούραση από τη διαδρομή, είπε: εγώ νομίζω πως η αποχή, όσο κι αν την πριμοδοτούν, δεν θάναι όση περιμένουν. Οι άνθρωποι θα πάνε εκδρομή στα χωριά τους, εκεί που έχουν, εκεί που μπορούν να μείνουν όσα κι αν βγάζουν, και θα ψηφίσουν. Δεν θα είναι μεγάλη η αποχή.
Δε θέλω να σταματήσω να ελπίζω. Νομίζω πως έπειτα δεν θα έχω υλικό για να ζω. Κι ελπίζω να μην απογοητεύσουμε τα παιδιά. Γιατί, παιδί είναι κι ο Φώτης. Τι που δουλεύει και συνεχίζει τις σπουδές του; Κι ότι με κρατά ενεργή είναι αυτό το συναίσθημα της ευθύνης μου απέναντι στα παιδιά.

Ονειρεύομαι:
[...]
Imagine there's no countries
It isn't hard to do
Nothing to kill or die for
And no religion too I
magine all the people
Living life in peace
[...]
Imagine no possessions
I wonder if you can
No need for greed or hunger
A brotherhood of man
Imagine all the people
Sharing all the world

You may say that I'm a dreamer
But I'm not the only one
I hope someday you'll join us
And the world will live as one

Αντιγράφω απο την συλλογή ΥΓ. του Μανόλη Αναγνωστάκη:
Περιθώριο στο "Περιθώριο"
Όσο πιο φωναχτά εναντίον του κατεστημένου
..Και ποτέ μη ξεπέσεις στο αχ εμείς οι καημένοι. (Δε θέλει παρά ένα βηματάκι να το σκεφτούν οι άλλοι για σένα)
(Γηράσκω αεί αναθεωρών)
Ο Κάλβος κι ο Σολωμός έζησαν είκοσι χρόνια στην ίδια πόλη χωρίς ποτέ να συναντηθούν

Το βράδυ πριν το ταξίδι, τηλεφώνησε ο Σταμάτης
Αν θες για τις στατιστικές σας, μάλλον δεν θα σας ψηφίσω, είπα σύντομα
δεν έχουμε στατιστικές εμείς, είπε. Εμείς ψάχνουμε ψήφους, για να μπορούμε μετά να συνεχίσουμε όπως πριν. Στον Λαναρά. Είμαστε όπως τότε με τους δασκάλους. Αλλά αν εσύ νομίζεις πως αυτοί που θα ψηφίσεις, μετά θα υλοποιήσουν όσα λένε, τότε.. ρίξτα τους ...; με πάθος.. αν όχι.. σε περιμένουμε.
Το μετά! λες κι είναι ξεκάθαρο το μετά στην πολιτική..! λες κι είναι εύκολο να διακρίνεις την συνέπεια λόγων έργων στο διά ταύτα του αύριο.
Για κάποιους όμως όπως κι εγώ, είναι. Εύκολο όχι κι ούτε δυνατό να προβλέψεις τις ανάγκες διαφοροποίησης από αρχικές εξαγγελίες στη πρόοδο των πραγμάτων. Δυνατό όμως να διακρίνεις το προτσές των πραγμάτων και την συνέπεια στη βάση εξαγγελιών, την φιλοσοφία, την κοσμοθεωρία, αυτών. Κι έτσι είναι που επιλέγεις. Τουλάχιστον εμείς που επιλέξαμε να πορεύομαστε έτσι ...;

Αύριο λοιπόν, όπως θα ρίχνω στο άνοιγμα τη δική μου άποψη ψηφίζοντας, επίτρεψε μου να ονειρεύομαι την στιγμή του μέλλοντος που θα ψηφίζουν μια διαπλανητική, της Γης μας κυβέρνηση. Αυτήν που θα ενώνει και θα νοιάζεται για όσα ήδη προχωρούν ενωμένα στα γονίδια και τις συνήθειες μας, τις ανάγκες και τις συναναστροφές μας. Από τη συνάφειά μας με τον κόσμο ...;

Πέμπτη, 9 Οκτωβρίου 2008

διαφορετικες εκδοχες, ολ' αληθεια .

η αληθεια ειναι πως
απλωνα για δευτερη φορα το χερι μου στο κουτι με τα κερασματα
αυτο εκανε τον Θαναση να τρεξη προς το μερος μου για να με αποτρεψει να φαω και δευτερο γλυκο

ο Θανασης ηταν ο 2ος γυμναστης μας εκεινη τη χρονια
ενα ατομο πληθωρικο
στις εκδηλωσεις του, οχι στο σωμα
και φασιστας
οχι δεξιος
φασιστας
ετσι το λεγε εκεινος
ετσι το γραφω κι εγω
πως τωρα ταιριαξαμε αυτος φασιστας κι εγω μια πρωην κομμουνιστρια, δεν ξερω
κομμουνιστρια πρωην
λες κι εφτανε μια θητεια 13-15 χρονων στο κομμα κι ενα κομματικο βιβλιαριο για ναμαι τετοια
φοβαμαι πως ο δρομος ειναι αλλος για πολλους
για ολους ισως
ας ειναι

"τρωω για να διατηρησω τις καμπυλες μου", του ειπα γελωντας



πολλα χρονια αργοτερα
σε μεγαλα ζορια
σε καθε φαση καλη ή ασχημη
κατεφευγα, κατα τα γνωστα, στο φαγητο

"τρωω για να ξεχειλωνω το στομαχι μου
ευκολοτερα δενεται κατοπιν κομπο", σημειωνα καποια μερα



διδασκοντας στην υλη της φυσικης το φως
και στο σημειο με τα επιχειρηματα
για την ευθυγραμμη διαδοση του φωτος
και τη δημιουργια σκιας και παρασκιας
καποια φορα χαμογελασα και σημειωσα

"με τις καμπυλες μου
διευκολυνω το φως να με αγκαλιαζει και να με χαϊδευει"




μερικους μηνες αργοτερα
διαπιστωνα πως μου πηρε λιγοτερο χρονο η επιστροφη απο Θεσσαλονικη
οδικως και με ΙΧ που οδηγουσα μονη
απο οτι το ανεβασμα

"τι τις εχω τις καμπυλες;
ειναι κατηφορα και κατρακυλαω ευκολα!" ειπα στην Αννα στο τηλεφωνο,
ξεκαρδιστηκαμε και μου αρεσε!!! :) :)


διαφορετικες εκδοχες για το ιδιο θεμα
ολες αληθεια
...

Σάββατο, 4 Οκτωβρίου 2008

με πενα βουτηγμενη σε μελι απο φασκομηλο .

(στον Ομαλο, το μελι ειναι φιαγμενο απο φασκομηλο
περιμενοντας λοιπον τους αλλους
απο την, κατα οικογενειακη παραδοση,
μυηση της 13χρονης στα μυστικα της οδηγησης



εντυπωσεις κι αποτυπωσεις )


ημιτελες
γιατι πηγαινε μακρυα
και κουραστηκε στα μισα



















Αχ πατριδα μου
των αυθαιρετων
του ταγγισμενου λαδιου
και των αδιαιρετων
θωρω πυργους στ' ακρωτηρια
οινους ξεχειλους μεσ' τα ποτηρια

Πινακα θα κανω την ξινιλα
της ταβερνας την ασχημη μαυριλα
τον αερα του αιρκοντισιον
του επιχειρηματια το definition
την ταπεινωση του γλαρου
τον καπνο του εργοστασιακου φουγαρου


Κι επειτα θα πιω ενα κοκινελι
και πλεκοντας δαντελα κοπανελλι
θα κλεισω τα ματια στην ασχημια
στον πινακα να βαλω δυο ασημια

το πεταγμα του γλαρου
το μακρινο φως ενος φαρου
τη μυρωδια μιας γαζιας
την Πανσεληνο της Ουτοπιας

Να πιω και μια μαυροδαφνη
τ' οραμα μη παει ζαφτι
στην ακρη του πινακα κενταω πεταλουδα
του κοριτσιου μου τη ξεπλεκη πλεξουδα

για ματια δυο πανσεληνες θηλες
στο στομα χαμογελο δύο οργιες
ασπρο ξωκκλησι του βουνου
τον ψιθυρο στα φυλλα τ' αμπελιου





















Κι οπως στο τελειωμα θε' να κιοτεψω
σκυψε κοντα μου να σε φιλεψω
την συνωμοσια ενος ερωτα παλιου
δυο χαδια απ' τα χερια ενος παιδιου
τη λαγνεια στα διασελα του Παρνασσου
τη περηφανεια στις γυμνες κορφες του Ομαλου


Αχ πατριδα μου
των ανιοντων πουλιων
και της ξεφτιλας των πολλων
της αισθητικης των ηλιακων
της ηθικης των ρουσφετιων
και των καμενων δασων

κι αν στο τελειωμα κιοτεψεις
την ομορφια δεν την αντεξεις
ελα διπλα μου να σε φιλεψω
τη γλυκα στο τραγουδι τ' αηδονιου
στα μυστικα περασματα του φαραγγιου
τα κρυφα γυρισματα του κοσμου αυτου


































α.λ.
13*8 - 21*9*08








χανιά - αθήνα




(οι φωτογραφιες
της στιγμης
απο τον προαυλιο χωρο
της ταβερνας "νεος ομαλος"
με την κ. Λουλα
τη νυφη του Διακουλακη
να ετοιμαζει καλτσουνακια με μελι απο φασκομηλο)

Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2008

η σκια μου .

Θα πρεπει να ασκω πανω της
με ιδιαιτερα πειστικο τροπο
την εξουσια μου, αφου
ανταποκρινεται προθυμα
σε οτι την υποχρεωνω
μη μπορωντας τα ιδια να πραξω
με τον εαυτο μου

Αλλοτε ακολουθει σαν υποτακτικο
και καποτε προπορευεται σαν ειδικο προστατευτικο
Παντοτε δε, ασκειται στη μορφη
που της δινω
γλεντωντας την ψιλολιγνη εκδοχη

Κι ενω, ολα της αδυναμιας μου
της τα προσαπτω
ενα, δυο δεν μπορεσα να της εκχωρησω
Χαμογελο και γοητεια
Κρατω με παθος
την ψιλη κυριοτητα
και των δυο..



α.λ.
13*8*08

Profile

orelia Ντάλια Βεντάλια
Αθηνα
Το προφίλ μου

Powered by pathfinder blogs