καφές βαρύς γλυκός .
;Νομιμόφρονα. Ναι! Χούντα βλέπεις τότε και ο κάθε αριστερός όφειλε να κάνει δήλωση μετανοίας για να μπορέσει να σταθεί «χωρίς» διώξεις στη κοινωνία και να βρεί δουλειά. Κι ο πατέρας μου ήταν αριστερός. Όχι με την έννοια που δίνω εγώ σήμερα. Γιατί να το ξέρετε, άμα πω είμαι ΚΚΕ, εννοώ πως ανήκω, είμαι μέλος σε μια από τις οργανώσεις του κι όχι αυτά τα μεσοβέζικα, ναι! ψηφίζω χρόνια αυτό το κόμμα! Μπούρδες! Γιατί άμα κύριε δεν είσαι μέσα, να τα βλέπεις από μέσα, να τα διαμορφώνεις και να σε τρώνε άμα δεν γίνονται, τι διάολο είσαι, μόνο εσύ το ξέρεις..
;Ο πατέρας λοιπόν ήταν της αριστερής διανόησης. Είχε κι ένα χαβά με το γράψιμο. Νταλαβεριζόταν κι από σχολείο και συνοικία με τους προοδευτικούς της γραφής. Μάτσο τα βιβλία με χειρόγραφη αφιέρωση σπίτι και τ'; άλλα, τα απαγορευμένα. Άντε να τα κρύψεις τα χρόνια της χούντας. Γιατί τα 45αρια δισκάκια τα έκρυβες στον γιούκο. Τι είναι ο γιούκος; Δεν είναι αυτό το θέμα μας ούτε και τα παραπάνω. Μόνο που τα παραπάνω, να! Θέλω εγώ να τα κάνω θέμα.
;Ήταν λοιπόν κύριε, αριστερός αλλά όχι όσο η μάνα μου και το από κει σόι. Εκείνοι ήταν Επονίτες, Εαμίτες, Κουκουέδες με τα όλα τους. Ενώ το σόι του πατέρα, απλοί ψηφοφόροι. Και κατόπιν ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ. Γιατί, έτσι είναι αυτά τα πράγματα. Άμα οι ελπίδες μείνουν για καιρό στην σειρά, έχεις μιαν τάση να πας προς την μεριά που μοιάζει πως θα τις πραγματοποιήσει!.. Άμα είσαι απλός ψηφοφόρος. Και μέλος να είσαι, μπορεί να γίνει. Μονάχα που είναι πιο επώδυνο και γι αυτό, δύσκολο.
;Μ'; αυτά και μετ'; άλλα, όλοι τους «μετακομίσανε», ευτυχώς με την σειρά του ο καθένας ...; Έτσι, έμεινα εγώ να κρατώ τις αναμνήσεις για όλους. Γιατί, άμα αλλαξοπιστήσεις, το χρειάζεσαι το άλλοθι. Απαξιώνεις τα πριν, τα καταβαραθρώνεις, είτε είναι πολιτικά πιστεύω, είτε είναι από τα άλλα τα πιστεύω, τα ηθικά. Αδειάζεις τον σάκο ένα πράγμα. Ελαφρύτερος, κατόπιν σηκώνεται πιο εύκολα. Και πας.. ελαφρύς κι εσύ κι αφήνεις πίσω άλλους να σηκώνουν και ν'; αναρωτιούνται. Ευτυχώς όμως υπήρχε και το άλλο μισό σόι. Ίσως αυτός νάναι ένας καλός λόγος να παντρεύονται οι άνθρωποι. Νάναι δυο οι πλευρές που μπορούν να ακουμπήσουν, αχρείαστο νάναι ...;!
;Τι έλεγα; Μάλιστα!
;Είχαμε λοιπόν, παρά το γεγονός πως απαγορεύονταν ο συνδικαλισμός, Σύλλογο Γονέων στο Δημοτικό Κοντοπεύκου, γιατί έτσι λεγόταν η συνοικία μας κι ακόμη δηλαδή, και μαζευόντουσαν που και που στο σπίτι κάποιου απ'; όλους να ασχοληθούν με τα προβλήματα. Πετρέλαιο, αίθουσες, καθαρίστριες κι όλα τα γνωστά που ακόμη ασχολιούνται οι άνθρωποι γονείς με μαθητές παιδιά.
;Ερχόντουσαν και στο δικό μας. Το ζεύγος Διακουμόπουλοι, ο κ. Τζαφέρος, ήταν κι ο Βαμβακάς νομίζω, η κ. Γκίκα. Ένα σωρό. Οι Διακουμόπουλοι ερχόντουσαν πάντα μαζί. Η κ. Λούλα ήταν από την Αίγυπτο θυμάμαι. Κι ο άντρας της το ίδιο. Φορούσε μάτσο τα βραχιόλια, η κυρία όχι ο σύζυγος, αλέγρα, με τη βραχνή φωνή της να κάνει κουμάντο στ'; αρσενικά, να δίνει τόνο στο γέλιο. Οι άλλοι πιο ήσυχοι. Ο Τζαφέρος πολιτεύτηκε αργότερα. Δημοτικός σύμβουλος. Στη Μεταπολίτευση. Πάει κι αυτός πια. Πάνε όλοι νομίζω. Από την κ. Γκίκα δεν έχω νέα μόνο.
;Άμα ήταν να μαζευτούν, η μάνα μου έβγαζε το καλό μας σερβίτσιο. Πορσελάνη Κίνας ή Ιαπωνίας, θα σε γελάσω πια. Κομπλέ! Φλυτζάνια. Ζαχαριέρα. Γαλατιέρα. Αυτής, της γαλατιέρας, μια μέρα της έκανα ζημιά.
Έπαιζα κι έσπασα το καπάκι της! Εκείνη όμως εκεί! Παρέμεινε στο ράφι, στητή κι όμορφη.
Έκανε και κέικ. Ένα με τρίμα πορτοκαλιού. Μοσχομύριζε. Το ίδιο το σιρόπιαζε, του έριχνε ζάχαρη άχνη από πάνω, περνούσε εδώ και κει, μερικά ανθάκια γιασεμιού τρυπώντας πριν την επιφάνεια με οδοντογλυφίδα, και το έφτιαχνε την τούρτα των γενεθλίων μου όλους τους Οκτώβρηδες της παιδικής ζωής μου.
;Μαζευόντανε λοιπόν, και δώστου να μιλάνε, να συμφωνούν, να διαφωνούν, πετάγανε και κανά πολιτικό ενδιάμεσα, γιατί ξέχασα να πω, ήτανε όλοι τους ενεργοί.., με καταλαβαίνεις ...; Κι εγώ από πέρα, όχι και πολύ μακριά, η μάνα ποτέ δεν με απομόνωνε, να παρακολουθώ και να ζεσταίνομαι. Είχαν μια ζέστα εκείνα τα'; απογεύματα! Μια ζέστα! Και δεν ήταν μήτε από το τσάι που σέρβιρε η μάνα στα καλά μας φλυτζάνια, μήτε από τη σόμπα. Γιατί, εμείς τότε, σόμπα είχαμε. Πετρελαίου. Με μπουριά που τα καθαρίζαμε κάθε χρόνο πριν την βάλουμε να λειτουργήσει για τον χειμώνα. Βάζαμε και φλούδες από πορτοκάλι πάνω στο «μάτι» της. Ο παππούς μας το έκανε. Όπως ζεσταίνονταν, μύριζαν καταπληκτικά! Και φέτες ψωμί βάζαμε και καψαλίζονταν και μετά ρίχναμε και καμιά σταγόνα λάδι και τις τρώγαμε.
;Τη σόμπα τη φοβόμουν. Γιατί τη φοβόταν κι η μάνα μου, Μη πάθει υπερχείλιση το πετρέλαιο κι αρπάξει. Τιναχτεί το καπάκι κι αρπάξουμε κι εμείς. Γι αυτό είχαμε πάντα πάνω της το τσαερό. Όχι σα κι αυτά τα σημερινά. Άλλο.
Μια μέρα έγινε η υπερχείλιση, κλείσαμε τη βαλβίδα να μη πέφτει άλλο πετρέλαιο, βάλαμε πάνω κι άλλη κατσαρόλα μη φύγει το καπάκι από τη πίεση των ατμών κι φωνάξαμε την πυροσβεστική. Η κ. Κούλα δίπλα μας, είχε πετάξει τη σόμπα έξω, θυμάμαι όταν συνέβη στο δικό τους σπίτι.
Σύντομα μετά από αυτό, ο θείος ευτυχώς, μας έβαλε θερμοσυσσωρευτές κι έτσι, όχι μόνο ζεστάθηκε το κοκαλάκι μας σε όλο το σπίτι, έφυγε μαζί με τη σόμπα κι ο τρόμος μου για τις υπερχειλίσεις!
;Η μάνα, εκτός από το τσάι, έφτιαχνε και καφέ σε όποιον το ζήταγε. Ο πατέρας έτσι κι αλλιώς μόνο καφέ έπινε. Και γάλα το πρωί πριν φύγει για τη δουλειά του. Τσάι στις μεγάλες νηστείες. Μεγάλη Παρασκευή και Δεκαπενταύγουστο. Σε φλυτζάνι άσπρο, χοντρό με τα χείλη να μαζεύονται προς τα μέσα. -Για να κρατά το καϊμάκι, έλεγε. Βαρύ γλυκό με δυο φουσκάλες. - Τα μάτια σου, μου έλεγε. Να τον βλέπουν, να του χαμογελούν. Ασπιρινούλα του. Έτσι με φώναζε άμα αρρώσταινε.
Η μάνα λοιπόν, σέρβιρε ότι ήταν να σερβίρει και σιγοντάριζε τη κουβέντα. Σα να κανε όμως πάντα λίγο πιο πίσω για να φαίνεται ο πατέρας. Επέμενε ωστόσο στη γνώμη της. Όπως κι η κ. Λούλα άλλωστε. Η κ. Γιωργία ήταν πιο διστακτική. Ο πατέρας πιο στωικός. Σιγόπινε τον καφέ κι έλεγε. Κάπου - κάπου αφαιρούνταν. Ο πατέρας τόχε αυτό. «Έφευγε» για λίγο από τις κουβέντες και ξαναγύρναγε όταν έβρισκε το ενδιαφέρον πάλι η συζήτηση. Όπως κι εγώ.
;Ακόμη και με τον φίλο του τον Ροναφάκα, γινόταν αυτό. Θυμάμαι, μαζί με τα χελιδόνια, ξεμύτιζε κι ο Δημητράκης ο Ροναφάκας, [γιατί αλήθεια τον λέγαν έτσι δε ρώτησα ποτέ, νόμιζα το όνομα του είναι], στην αυλή μας. Έστρωνε η μάνα το μικρό τραπεζάκι στη βεράντα, έφτιαχνε και τα δυο καφεδάκια και καθόντουσαν οι φίλοι να τα λένε μεταξύ τους. Και μη φανταστείτε πως εγώ έπαιζα με τις κούκλες μου κάπου παράμερα! Α, όχι! Στα πόδια τους κι εγώ, ν'; ακούω τα θρυλούμενα. Γιατί, ο Δημητράκης ήταν μεγάλος παραμυθάς. Εκεί προς το τέλος, κι άμα είχε περάσει κανά δίωρο από το πρωινό της Κυριακής, γιατί Κυριακές ερχόταν, όλο και καμιά ιστορία σκαρφιζόταν πως και καλά θα πήγαινε να περπατήσει στη Πεντέλη να σκοτώσει κανά λύκο και τέτοια πολλά. Μέχρι εκείνη τη στιγμή όμως, μιλάγανε κανονικά. Κι εγώ από κοντά άκουγα τις ιστορίες από τα παρελθόν τους. Κι όχι μόνο τα δικό τους..
;Μου άρεσε έτσι. Είχε μια ζέστα όλο αυτό.. ίσως αυτό να έφταιξε που έμαθα πιότερο ν'; ακούω και πολύ λίγο να μιλάω. Έγινα όμως και καλή συζητήτρια, είπε η Λένα άμα με γνώρισε εκείνο το βραδάκι με την Κέλλυ, τον Σωτήρη και την Ξένια. Κι εκεί άκουγα και λίγο μίλαγα άλλα διέκοπτα στα βασικά, τα κρίσιμα σημεία.
;Γιατί, νομίζεις πως όλα αυτά που εδώ σου αράδιασα, θα στα έλεγα ποτέ προφορικά όσο σου σερβίριζα τον καφέ που θα ζήταγες στο σπίτι μου αν σε καλούσα; Χα! Γελιέσαι! Πρώτα απ'; όλα δε θα σε καλούσα για καφέ. Για φαγητό, ναι. Θα σου έφιαχνα κοντοσούβλι στον φούρνο της κουζίνας μου που έχει και σούβλα, ή εκείνο το αρνάκι στο φούρνο με πατάτες που θα ζήταγες τη συνταγή και μη γελάς, γιατί όλα είναι θέμα ισορροπίας και λίγοι την κατέχουν και στα πιο απλά, από πάππο προς πάππον. Δυο τους είχα. Ταβερνιάρηδες κι οι δυο. Έναν γνώρισα. Τον πατέρα της μάνας μου. Κι από αυτόν πήρα τον ..πάπυρο με τις οδηγίες.
;Όχι πως μας λείπουν τα σερβίτσια. Όλο και κάτι έχουμε. Ένα σερβίτσιο από την Κόστα Μπόντα δώρο στο γάμο μας. Ασυμπλήρωτο γιατί τόσα είχαν να διαθέσουν οι άνθρωποι που μας το φέραν. Έτσι παραμένει! Ένα ακόμη από άσπρη πορσελάνη. Αλλά και προτιμάμε να πίνουμε τους καφέδες μας σε πιο κλασσικά κι όχι στιλάτα σκεύη, και τον καφέ δεν τον έχουμε περί πολλού, και τη συγκέντρωση γύρω από ένα τραπέζι την βλέπουμε να συντροφεύει πιο ζεστά τις ώρες μας ...;
;Τι; Τελείωσες το φαγητό και θέλεις ένα καφεδάκι; Ωχ! Αν πίνεις νεσκαφέ εντάξει! Τον άλλο, ένας που να τον πετυχαίνει; Υπάρχει;
για ολη αυτη τη ..λογοδιαρροια
φταιχτης ειναι ο Σωτηρης
αυτος βεβαια, με καλεσε να πω
πως πινω τον καφε
και πως θα τον φιλευα σε σας
που θα καλουσα σπιτι μου
αλλά εγω αφορμη ζηταγα
να "μιλησω" ...;

Ντάλια Βεντάλια
RSS Feed για αυτό το θέμα
Το σχόλιο σας