Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2011

τα Σάββατα της συγγνώμης .



Έτσι λοιπόν στέκονται οι Κυριακές στη σειρά τους



ζεσταίνοντας τα άκρα τους
στις μάλλινες κάλτσες του Σαββάτου




Δυο στίχους παρακάτω
τις βρίσκω να βουτούν
σε νερό ζεματιστό
τις αλωμένες βεβαιότητές τους
να τις εξαφανίσουν θαρρείς
μα εγώ σου λέω
πως η πράξη σκοπό έχει
να νοστιμέψει τις ζωές μας



τίποτε πιο δραματικό




Στη συνέχεια
στο ρόλο μιας άνω τελείας
τοποθετούν τα τελετουργικά του μαγειρέματος
με ρόλο προεξάρχοντα στα μυρωδικά
τούτα είναι που θα εξαφανίσουν
τα ανορθόδοξα στημένα
τραβώντας τη προσοχή πάνω τους
όσο εκείνα
τα ανορθόδοξα δηλαδή
θα αποδράσκουν
μέσα από τους στήμονες
των λουλουδιών στο βάζο


Το αδιαπραγμάτευτα στέρεο στη διαδικασία
είναι η στιγμή που χαιρετίζουν τα παιδιά τους
γύρω από το μεσημεριανό τραπέζι
πράγμα που δεν ξέρω να στο χαρακτηρίσω
όσο το επιδιώκω


Τα απογέματα με βρίσκουν
να παρατηρώ τα νύχια τους
όμορφα κοντά κομμένα
να μη λερώνουν θα ισχυρισθείς
κι εγώ θα σε αφήσω να το πιστεύεις
καθώς λόγο έχω να κρύψω
την αλήθεια που φανερώνεται
στο δέρμα των δαχτύλων και της παλάμης


Το τέλος του ποιήματος
τις βρίσκει να περνάνε κρέμες
με άρωμα βανίλιας ή μαστίχας
στα φρεσκοπλυμένα κορμιά τους
πράξη που τη χρονική της διάρκεια
δεν μπορώ να υπολογίσω
αφού κυμαίνεται ανάλογα
με την αφηρημάδα στις κινήσεις


Σε τούτο θα συμφωνήσουμε
πως δηλαδή
η αφηρημάδα
έχει να κάνει με μνήμες
που πρόκειται να προκύψουν
από ένα ραντεβού Δευτέρας
το οποίο ενδεχομένως αναβληθεί
από παράγοντα αστάθμητο
αρρώστια ξαφνική θα πεις εσύ
επιλέγοντας το σύνηθες και εύκολο
από την έκρηξη ενός ηφαιστείου
θα πω εγώ για να διαπραγματευτώ άγρια
το δράμα στη κατάληξη
ή απλώς να εξάρω τη φαντασία


Κι όπως το ποίημα γράφτηκε
δίχως ένα πνεύμα ή απόστροφο
τούτο έχω να βάλω για τέλος του






Έτσι λοιπόν στέκονται οι Κυριακές
στη σειρά τους
στριφώνοντας την αμφίβολη παρουσία τους
στην ούγια των Σαββάτων της συγγνώμης ._






 

 

Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2011

ανανδοίαστα υπερβολικό .

η νύχτα φορούσε λουλούδια στα μαλλιά

κι ένα τσιγάρο ντελικάτο στα δάχτυλα ανάμεσα

 

οδήγησε μια παλιά Σεβρολέτ στο δρόμο προς το Κάϊρο

κι ευτυχώς! πάτησε εγκαίρως φρένο

μπροστά σ' έναν ήλιο ασθμαίνοντα υποταγή στην υγρασία του τόπου

 

το γάλα έσταζε απ' τη κατσαρόλα

κι εκείνη γύρισε τον πίνακα ανάποδα

για νάβρει το γεγονός δικαιολογία

 

η ανάμνηση έπεφτε νεκρή

όταν κάποιο όπλο εκπυρσοκρότησε αυτεπίστροφα

 

 

ευλογημένοι οι χρόνοι που γεννούν καρποφορούσα μια σιωπή ._

Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2011

"Λένγκω"

 

 

312528_10150329607118585_650083584_8285885_995561149_n.jpg

φωτογραφία: John D. Karnessiotis



[επειδή κάθε φωτογραφία έχει κάτι να πει..]

 

 

 

 

Στο χωριό της, τα περισσότερα κορίτσια τα βαφτίζανε Λένγκω κι όχι Μαρία. Θέλανε, λέω, να ξορκίσουν τη στωικότητα της Παναγιάς και τα βάσανά της.

Μεγάλωνε τούτη η Λένγκω της ιστορίας όπως όλα τα παιδιά στο χωριό. Με τα πρέπει και τη τάξη της κοινωνίας. Ήρθε και λουλούδιασε κάποτε, σαν έφτασε η ώρα της. Τότε ήταν που δασκαλεύτηκε από τη μάνα της στις δουλειές του σπιτιού κι εκείνες τις άλλες που κάνουν τις γυναίκες Δέσποινες στο σπίτι τους.

Ρόδισαν τα μάγουλα της Λένγκω και το βλέμμα της απόκτησε εκείνο το ύφος που έχουν όλα τα κορίτσια σαν στην εικόνα προστεθεί η άγνοια κι η περιέργεια. Καταπιανόταν όμως με τις δουλειές του σπιτιού σαν μεγάλη. Αυτό που περισσότερο της άρεσε ήταν η μπουγάδα και το άπλωμα. Ίσως που δρόσιζε τους καρπούς και μαζί τον κόρφο της κρυφά.

Έπιανε που λες τα ρούχα και τα κοπανούσε στη σκάφη, τα γύριζε, τα έστυβε και σιγοτραγουδούσε. Έπειτα, έπαιρνε ένα καθαρό μικρό πανάκι και πέρναγε το σύρμα να το καθαρίσει από το χώμα κι ότι άλλο καθόταν πάνω του ανάμεσα στις δυο μπουγάδες της. Είχε το χωριό βλέπεις κι ένα σωρό πουλιά και περιστέρια που πιάνονταν στα τραγούδια πάνω στα σύρματα και με τα τιτιβίσματα και τους έρωτες, λερώνανε τον τόπο όλο.

Άπλωνε κατόπιν τη μπουγάδα διπλώνοντας και ξεδιπλώνοντας το σώμα της πάνω απ' το κοφίνι που έβαζε τα πλυμένα. Κι όπως στεκόταν για λίγο όρθια να μαγκώσει τα μανταλάκια πάνω στα ρούχα, το κορμί της ανέδιδε μια περηφάνια και μιαν αξιοπρέπεια άξια στο όνομά της. Θαρρείς τότε πως, μαζί με τη μπουγάδα, απλώνονταν κι αυτές στο σύρμα. Εδώ η περηφάνια ανάμεσα σε δυο ασπρόρουχα κεντημένα. Εκεί η αξιοπρέπεια κρυμμένη δίπλα στα σεντόνια

Μια μέρα που ο ήλιος ξημέρωνε σκάρτα, κάποιος, απ' το χωριό είπαν, συγχωριανός πάει να πει, μόλεψε το κορίτσι. Μαντάτο και σημάδι που η κοινωνία του χωριού δεν σήκωνε. Το ίδιο κι η μικρή ψυχή της κυρίως για την απόγνωση και τη μομφή που γράφτηκε στα μάτια της μάνας της. Ξενιτεύτηκε τότε η Λένγκω. Δίχως να πάρει μαζί της τίποτε. Μόνο ξενιτεύτηκε.

Στη πόλη έπιασε ένα μικρό υπόγειο. Ένα δωμάτιο όλο κι όλο, ίσα που να μπορέσει μια στιγμή να πληρώνει το νοίκι και να της φτάνει να μένει. Θα πρέπει να ήταν καμιά μεγάλη γειτονιά όπως έκρινε κοιτώντας τα ..πατούμενα από το παραθυράκι του υπογείου της. Λουστρίνια τριζάτα τα περισσότερα. Της μόδας κι ακριβά.

Έφιαξε όπως όπως το μικρό νοικοκυριό της κι απέξω απ' το παράθυρο κρέμασε μια σειρά σύρμα νάχει να απλώνει τη μπουγάδα της. Το παράθυρο το έβαψε ένα γαλάζιο του ουρανού και τον τοίχο πορτοκαλί όπως ο ήλιος που λαχταρούσε.

Σκάφη δεν είχε. Μόνο μια λεκάνη κι αυτή μισοσπασμένη. Έκανε όμως τη μπουγάδα της με την ίδια χαρά όπως στο χωριό της. Και τη σειρά, ίδια τη κρατούσε. Πριν κρεμάσει τα πλυμένα, περνούσε το σύρμα για να καθαρίσει μ' ένα καθαρό πανάκι.

Σε μια τέτοια στιγμή τη πλησίασε από πίσω εκείνος ο άγνωστος. Άγνωστος. Αυτό είπε η γειτονιά και σιώπησε.

Η Λένγκω, γυναίκα πια, δεν είχε λόγο να ξενιτευτεί. Βλέπεις, η γειτονιά ήταν μεγάλη. Όχι όπως το χωριό της. Ούτε και που είχε δίπλα της εκείνο το βλέμμα της μάνας της. Έπειτα, τι στο καλό; Είχε μεστώσει και το μυαλό της πια. Ήξερε να διακρίνει το φταίχτη. Έμαθε και να συγχωρεί μετά που θύμωνε.

Συνέχισε τη ζωή της.

Μονάχα που, δεν έβγαζε τη μπουγάδα της στο δρόμο πλέον.

Το σύρμα οξειδώνονταν καταμόναχο στον αέρα δίχως τη περιποίησή της. Και πάνω του, τρία μανταλάκια. Το ένα για την περηφάνια της. Το άλλο για την αξιοπρέπειά της. Το τρίτο για τη συμπόνια της για έναν κόσμο που έμαθε πως το περισσότερο που έκανε είναι να βιάζει και να σιωπά. Να βιάζει και να σιωπά ._

(τον καιρό της κρίσης.)

Σάββατο, 9 Ιουλίου 2011

ερωτικό VII .

 
 
σαν τη θάλασσα
που δακρύζει
στα στριφώματα της ακτής
θα επιστρέφω πάντα
να σε βρίσκω
 
 
 uelv a.jpg

Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2011

ερωτικό .

 

Αν στου δωματίου τη περιγραφή επικεντρωνόμουν
Πως δηλαδή φωτίζονταν τα πρόσωπα
Ποια η επιρροή των κάδρων στη στιγμή
Τα σκεπάσματα
Η ζέστη ή η δροσιά
Ο όροφος κι οι θόρυβοι απ' το δρόμο
Θα στερούσα στα σίγουρα τη φαντασία σου
Από το να σε τοποθετήσει εντός του γεγονότος
Παράπλευρα ή ευθέως
Κι έτσι να μοιραστείς παράλληλα την εμπειρία

Αν πάλι μιλούσα για το ζευγάρι
Ηλικία
Σώματα
Και πρόσωπα
Οι πρώτες κινήσεις οι ανιχνευτικές
Οι επόμενες
Τα λόγια
Οι ψίθυροι
Τ' αγγίγματα
Έλεος δεν θα έδειχνα
Στην ανάγκη σου να βγει στον στεναγμό
Το πρόσωπο του αγαπημένου σου ή αυτής που ονειρεύεσαι

 

 

 

Έτσι λοιπόν, το ποίημα περιορίστηκε σ' αυτό:



Δυο τρεις κινήσεις αδέξιες
- θα μπορούσες να το πεις
αποτυχημένες προσπάθειες -
νίκησαν την αμηχανία
κι έπειτα ...;
έπειτα, τα σώματα ταίριαξαν τις ανάσες τους
διαβάζοντας τις ξεχωριστές τους ιστορίες ._

 

 

foto-3.jpg

 

Σάββατο, 28 Μαΐου 2011

γυναίκα Ζ .

η κυρ' Αυγή .

Avgi 11.jpg

 

Η κυρ' Αυγή σαν έλουζε τα μαλλιά της τα τύλιγε με μπικουτί. Γι αύτο άμα στεγνώνανε και τα βγαζε, αυτά είχανε κοντές μικρές μπούκλες κι ολούθε ξεχωρίζανε σα να έφιαξε ένας ποντικός τρύπες για τα παιδιά του.

Μα ...; Καλύτερα να πω πρώτα για το σπίτι της.

 

Η κυρ' Αυγή είχε ένα σπίτι δυο οικόπεδα πιο πέρα από το πατρικό μου. Μονοκατοικία, από κείνες με την σηκωμένη βεράντα και ένα κήπο γύρω γύρω. Κι όσο ο κήπος της ήταν φωτεινός και περιποιημένος, τριανταφυλλιές θυμάμαι είχε τα πιο πολλά, αλλά εκείνους τους καιρούς τριανταφυλλιές θέλανε οι άνθρωποι στις αυλές τους και γιασεμιά κι αγιόκλημα, καπιτσίνια και μοσχομπίζελα, για να ομορφαίνουν με το χρώμα και τις μυρωδιές τις καρδιές τους, κι όσο λοιπόν, ο κήπος της ήταν φωτεινός τόσο το σπίτι της σκοτεινό κι απρόσιτο. Βελούδα στις κουρτίνες και τα σκούρα τα πιο πολλά κλειστά σα ναχε λόγους να μην θέλει τον ήλιο. Να φοβόταν τη ζεστασιά του άραγε ή το φως; Ίσως πάλι νάταν μόνο από συνήθειο να μη μπαίνουν σκόνες και το φως που ξεθώριαζε τα έπιπλα. Γιατί, τόχαν αυτό το συνήθειο οι άνθρωποι τότε. Από φτώχεια. Κι οι άνθρωποι στη γειτονιά μας ...;

Καλύτερα όμως πρώτα να πω για τη γειτονιά μας.

 

Σπίτια μικρά, μεγάλοι καημοί. Και τσακωμοί. Τσακωμοί για τα όρια. Τα όρια με κοτετσόσυρμα. Και πίσω από αυτό, αυλές. Αυλές μ' ανοιχτές τις πόρτες παρά τη διχόνοια στην οποία μας ανάγκαζαν. Και λουλούδια. Πολλά λουλούδια. Και δέντρα. Όχι τόσο πολλά γιατί είχανε έξοδα στη περιποίηση. Υπήρχαν και πηγάδια. Σε μερικά και κοτέτσια. Είχαμε θυμάμαι κι εμείς ένα για καιρό. Οικόπεδα μικρά. Πολύ μικρά! Κι επικλινή με φορά προς το ρέμα που περνούσε πέντε οικόπεδα πιο κάτω από το πατρικό μου. Από τη Πεντέλη. Λέγανε πως το ρέμα ερχόταν από τη Πεντέλη κι έτσι θάτανε. Και, το νερό που κατέβαζε ήταν πολύ! Μια φορά θυμάμαι, πλημμύρισε ο τόπος μέχρι επάνω σχεδόν το σπίτι της κυρ' Αυγής! Ευτυχώς δεν πλημμύρισε το οικόπεδο δίπλα στο σπίτι της που μαζευόμασταν και παίζαμε τα μήλα χτυπώντας δυνατά τη μπάλα στον τοίχο της. Έβγαινε τότε η κυρά Αυγή με τα μαλλιά ελεύθερα από τα μπικουτί και τα κενά να μοιάζουν με φωλιές ποντικών, μέσα στη μακρυά βελούδινη ρόμπα της, με τα πασούμια που τα έσερνε και το νυχτικό να φαίνεται η άκρη του από το στρίφωμα της ρόμπας, το τέλειωμα βλέπεις ήταν δαντέλα, κι έβαζε τις φωνές αδιακρίτως όχι τόσο για τη φασαρία, που την έκοφτε κι αυτό γιατί μόνη καθώς ήταν, είχε για συντροφιά την ησυχία της, αλλά μη και της χαλάσουμε το σοβάτισμα του τοίχου.

Κι είχε μια κίνηση η κυρά Αυγή στο σώμα της καθώς περπατούσε, που έκανε τη ρόμπα της να λυγά και να τυλίγεται γύρω απ' το κορμί της και ν' ανοίγει λίγο στα πόδια από όπου φαινόταν σεβαστό κομμάτι του νυχτικού της και τραβούσε τις ματιές των γειτόνων. Έκανε τότε η κυρά Αυγή μια κίνηση ντελικάτη με το ένα της το χέρι κι έκλεινε το μπροστά της ρόμπας ενώ ταυτόχρονα το σήκωνε λίγο, ασυναίσθητα ίσως, πράγμα που της επέτρεπε να περπατά πιο γρήγορα χωρίς το ύφασμα να μπερδεύεται στα πόδια της ανάμεσα και το κορμί της να σειέται σα παντιέρα σε ωκεανό ακύμαντο. Τόσο ντελικάτες οι κινήσεις της παρά το ύψος της.

Γι αυτό θάταν ίσως που οι άλλες γυναίκες της γειτονιάς, άμα την έβλεπαν να ξεμυτίζει απ' την αυλόπορτά της, η κουνίστρα, έλεγαν και σαν να απέστρεφαν το βλέμμα χωρίς εγώ να καταλαβαίνω γιατί και μήτε που καταλάβαινα τι θα πει κουνίστρα.

Εμένα, αυτή η κουνίστρα, σε τίποτε δε με πείραζε άλλο, παρά στο ότι επέμενε να πίνω το γάλα μου που πάνω του επέπλεε το βούτυρο Κερκύρας παγωμένο πια μέχρι να σηκωθώ τα πρωινά που η μητέρα μου έφευγε για να ξενοράψει.

Αλλιώς, τη θυμάμαι ψηλή, στητή, αγέρωχη με τα μαλλιά της άλλοτε τυλιγμένα μέσα σε λεπτό δίχτυ για να μη ξεφεύγουν οι λεπτές τρίχες γιατί, έτσι το ήθελε η μόδα τότε το μαλλί, ακίνητο, κι άλλοτε με τα μαλλιά ελεύθερα από μπικουτί με κοντές μικρές μπούκλες που ολούθε ξεχωρίζανε σα να έφιαξε ένας ποντικός τρύπες για τα παιδιά του.

Αλλά αυτά τα παμε! Μην αρχίζουμε πάλι!!...

Η έκπληξη ήρθε αργότερα, όταν η εκκλησία του ..δήμου της γειτονιάς, η οποία αποτελούταν αποκλειστικά από θήλεα άτομα, η εκκλησία, της απέδωσε άλλον χαρακτηρισμό ...;

Αλλά αυτό αποτελεί μιαν άλλη ιστορία που σχετίζεται και με την κυρ' Ανατολή, μια γειτόνισσα που έμενε τρία οικόπεδα πιο κάτω από το πατρικό μου  και που έφιαχνε κι αυτή τα μαλλιά της με μπικουτί και ...;.

Αλλά γι αυτά ...; θα μιλήσουμε σε άλλη ευκαιρία.

 

 

Κυριακή, 22 Μαΐου 2011

γυναίκα Μ .

(όπως Μάνα!..)

 

Τα δέοντα .

 

Στύλωνε τα κοντά παχιά, πλέον, πόδια της μπροστά από το μνήμα κι έσκυβε με εκπληκτική για το σώμα της ευελιξία, μπροστά να καθαρίσει πρώτα τα μάρμαρα, έπειτα το εσωτερικό με τη φωτογραφία και τα θυμιάματα, τέλος ένα γύρω τα τσιμεντένια διαχωριστικά ανάμεσα στους τάφους.

Έπειτα έπλενε στις βρύσες τις δυο ανθοστήλες και το βαζάκι που η ίδια είχε τοποθετήσει δίπλα στη φωτογραφία. Έβαζε φρέσκα λουλούδια που τους είχε κόψει τα περιττά κοτσάνια κι ερχόταν η ώρα του θυμιατού. Πρώτα λιβάνιζε η ίδια κι έπειτα καλού κακού φώναζε τον παπά. Δυο καρβουνάκια που τ' άναβε το πρώτο στο χέρι της και με αυτό το δεύτερο. Έπειτα απόθετε επάνω τους βιαστικά κομμάτια από λιβάνι, μαστίχα θαρρώ αλλά κι απ' τ' άλλο το σκούρο, γαρύφαλλο θάτανε; Δε θυμάμαι πια! Μοσχοβόλαγε ο τόπος. Ερχόταν κι ο παπάς. Άμα τύχαινε καλός απόσωνε τον ψαλμό και καταλάβαινες τι έλεγε και το φχαριστιόσουν. Άμα τύχαινε άλλος από αυτούς τους βιαστικούς γύρναγες κι εσύ το κεφάλι αλλού να θυμάσαι από μόνος σου.

Φόραγε πάντα τα μαύρα τα καλά της ρούχα σε κάθε τέτοια περίσταση. Στο σπίτι είχε τα δεύτερα, τα πιο παλιά. Εδώ όμως πάντα τιμούσε την ώρα και τη μέρα. Δεν την ένοιαζε ωστόσο που η φούστα της κρεμότανε κάτω στα τσιμέντα καθώς καθάριζε το μνήμα. Αυτό που την ένοιαζε ήταν να πράξει τα δέοντα όπως τα βρήκε για να τιμήσει. Κι η αλήθεια. Κι αυτό την ένοιαζε.

Τρία χρόνια.

Ούτ' ένα Σάββατο χαμένο από το μέτρημα. Ούτ' ένα Δεκαπενταύγουστο. Μια Μεγάλη Παρασκευή.

 

 

Έσκυβε η μάνα μου πάνω από τον τάφο του πατέρα μου, καθάριζε, θυμιάτιζε, φώναζε τον παπά ύστερα...

 

"τι κάνουμε εδώ; αν τουλάχιστον πιστεύαμε, θα βρίσκαμε ανακούφιση..", μονολογούσε κάνοντας ωστόσο όλα αυτά ...;

τα δέοντα...

Πέμπτη, 19 Μαΐου 2011

άντρας Β .

 

 

olive 3a.jpg

 

 

 

 

Δεν έχω πολύ καιρό μπροστά μου και πρέπει να γράψω γι αυτόν κάτι.

 

Οι ώμοι τού μπουφάν του ξεχώριζαν από τους δικούς του ώμους

Γερτός ο αριστερός, όπως γερτό και το κεφάλι του, θαρρείς και ακολουθούσε τη γραμμή των ώμων για να δώσει αρμονία στον πίνακα. Στη πραγματικότητα μου έστελνε μια φράση γραμμένη με το σώμα: ντρέπομαι

Τα δυο του μάτια, θάλασσες τ' Αιγαίου ένα αρυτίδωτο μεσημέρι Άνοιξης κι ένας Απρίλης γύρω από το πρόσωπό του.

Το καθαρό μπλου τζιν του κι ένα άσπρο φανελάκι όπως φαινόταν κάτω από το μπουφάν.

Βηματισμός αμηχανίας πράγμα που επιβεβαιωνόταν κι από τη θέση των χεριών. Στις τσέπες.

 

Συναντηθήκαμε κάτω από την ελιά.

Άφησα το βάρος από τις σακκούλες να με «παρασύρει» κι έσκυψα το κεφάλι προς τα κάτω.

Τον προσπέρασα κάνοντας πως δεν τον πρόσεξα.

Έκανα αυτό που έπρεπε, νομίζω .

 

 

Αργότερα πολύ, έμαθα πως συνήθιζε να την συνοδεύει με το ασανσέρ ως τον όροφο. Στον θάλαμό του, δίνανε τα τελευταία, τής συνάντησης, φιλιά. Σαν για υπόσχεση στη συνέχεια.

Αργότερα κι απ' αυτό, έμαθα πως εκείνος έχασε τη δουλειά του. Έπαψε και να βγαίνει. Σταμάτησαν και να βλέπονται. Βλέπεις, έτσι τόχε μέσα του. Η ανεξαρτησία κι η ελευθερία του, υποθήκες για τη δουλειά. Και σαν την έχασε τη τελευταία, οι δυο πρώτες ξεπλήρωναν τις οφειλές του ...;

21 χρονών παλληκάρι με τη θάλασσα στα μάτια και τ' όνειρο στη ψυχή του.

 

Αλλοδαπός κι ερωτεύτηκε.

 

 

Κάποιος εν τω μεταξύ,  κούρεψε την ελιά.

 

 

 

 

 

Κυριακή, 8 Μαΐου 2011

γυναίκα Β .

άλλο για τις επετείους δεν έχω να γράψω

σάμπως όταν γράφω να μην είναι για σένα, ούτε για μένα.. κι ας σε περιέχω... .

γυναίκα Β .


Ήρθε και ζαλίστηκε λιγάκι το πρωί
Εκείνη η κατάσταση που λες κι αδειάζει το υγρό που προστατεύει τον εγκέφαλο κι αυτός διογκώνεται κι ασφυκτιά στα νεόκοπα πλαίσια και κάνει μια να πάρει τη κατηφόρα μα σα δε βρίσκει διέξοδο ικανή να χωρέσει το νέο του μέγεθος, στριφογυρνά κουρασμένα σα σκυλί γερασμένο που κυνηγά την ουρά του κι όταν νομίζει πως τη φτάνει, δίνει μια να την αρπάξει κι ύστερα πάλι λουφάζει
Έπειτα είπε θα ξεκουραστώ, σαν έφτασε στο σπίτι της
Μα τότε εφόρμησε σα ζιζάνιο πικρό εκείνη η μιλιά η γεμάτη στόμφο που νόμιζε η αιτία της ήταν η έγνοια από αγάπη, η ανησυχία από ενδιαφέρον κι αυτή αποδείχτηκε σφίγγα με κεντρί δηλητήριο πως άλλο εννοούσε κι ήταν αυτό η παρεξήγηση
Κι όπως διπλώθηκε να ξαποστάσει, μαζί διπλώθηκε κι η ψυχή κι η μνήμη κουβαράκι δίπλα της κι όλες μαζί κρύωναν και βαριανάσαιναν σαν από πνιγμό μιας επιθυμητής επιούσιας κατάστασης ξεχασμένης κι ακόμη πιο πολύ ...; προδομένης
Που ήταν οι μέρες με το δικό τους χρώμα, οι γιορτινές, να ξεχωρίζουν περήφανες για το περιεχόμενό τους κι όλο που χάριζαν στους ανθρώπους
Ένα μπλε της Βηθλεέμ, η γιορτή του πατέρα
Ένα χρυσαφί σκούρο με μυρωδιά από τον μπακλαβά που ψηνόταν, τα Χριστούγεννα
Ένα κόκκινο βαθύ για το Πάσχα με όλες τις αποχρώσεις του ροζ της άνοιξης που το φιλοξενούσε
Το άσπρο του γιασεμιού με μια γλύκα πασπαλισμένης άχνης στο γλυκό που στόλιζαν τα άνθη του, για τα γενέθλια της

Ύστερα. ...; ύστερα έκανε το δικό της σπίτι με όλες τις υποσχέσεις να κρατήσουν οι μέρες το χρώμα τους κι αυτές δεν άντεξαν και ξεθώριασαν ανάμεσα στις άλλες, άχρωμες κι άοσμες με τα παντζούρια τραβηγμένα και τις κουρτίνες ίδιες πάντα χωρίς ούτε μια λεπτομέρεια να δείχνει τη διαφορά, ένα λουλούδι, ένα σεντόνι με κέντημα
Μόνο το τηλέφωνο να κτυπά για τα ειωθότα να δείχνουν τα τετριμμένα και τριμμένα στο φαίνεσθαι συναισθήματα κι έπειτα τίποτα μόνο κάτι ευχές να ικανοποιείται το παράλογο, το συνήθειο.. ούτε μια ζέστα, ούτ' ένα γέλιο
Δεν ήταν πάντα έτσι μα κάτι έφταιξε κι έλεγε πως έφταιξε που δεν τον χάιδεψε η μάνα του, όχι όπως χαϊδεύεις και κακο- ή καλομαθαίνεις ανάλογα πως θ' αποφασίσεις να το δείς, μα το άλλο το χάδι του χεριού που πάει να πει στοργή κι επανάληψη μέχρι να μη την αντέχεις και να σε πονά και να θέλεις να απαλλαγείς απ' αυτήν ώσπου νάρθει η σειρά σου να την δώσεις σ' όποιον αγαπήσεις, αν έχεις μάθει ν' αγαπάς ...; κι έλεγε αυτό θα έφταιξε και κάνε κουράγιο κι έχεις εσύ περίσσευμα και δώσε μέχρι να μάθει
Μα το περίσσευμα απόσωσε κι έγινε κουβαράκι να λιώσει τις ανάγκες της να τις μπερδέψει, κόμπος να γίνουν άλυτος κι απ' το πολύ το παιδεμό για να τις λύσει με κούραση βαθειά τον καημό ν' αποκοιμίσει
Κι έλεγε, μάνα του είναι και θα τη στέρξει και κάνε κουράγιο που έτσι έχουν τα πράγματα, μα πώς να κάνει τόσο καιρό αυτή που συνήθισε στην έγνοια από αγάπη, την ανησυχία από ενδιαφέρον και που χαϊδεμένη ήτανε κι αυτό να δώσει θέλει και να πάρει πάλι κι όπως δεν τόχει, κουράγιο πώς να κάμει κι ήρθε και ζαλίστηκε κι είπε θα ξεκουραστεί σαν έφτασε στο σπίτι κι όπως η στεναχώρια τη βαλάντωσε πήραν οι καταστάσεις και τυλίχτηκαν μαζί με τη ψυχή της και κρύωνε κουρνιασμένη έμβριο όχι για να χωρέσει σε μήτρα αλλά να κλείσει τη δική της να μην αιμορραγεί θλίψη και θυμό κι απ' τη κακία, άλλος μη μεταλάβει

Κι έτσι όπως ήταν, σαν έμβρυο έκλαψε, δάκρυ αδάκρυτο, να ησυχάσει κι άλλην εικόνα δεν έχω από τούτη την ιστορία μια γιατί δεν τέλειωσε κι άλλη γιατί άργησε να γραφεί ...;

 

στη γυναίκα

 

 

γράφηκε στις 1*12*2010
αναρτήθηκε σήμερα, σε κατάσταση ιδιαίτερης φόρτισης

και κάτω απο τους ήχους των:
"προσωπογραφία της μητέρας μου", Μ. Χατζιδάκι
"μυστικά έλα μια νύχτα", Αντ. Βαρδή - Β. Γιαννόπουλου


 

Πέμπτη, 5 Μαΐου 2011

γυναίκα Δ .


"Άγγελοι" που χάθηκαν .



Μια ενδεχομένως λάθος ρύθμιση στον αυτόματο των λαμπτήρων της πλατείας και του δρόμου, βύθιζε για λίγες ώρες τη γειτονιά στο σκοτάδι της απερχόμενης νύχτας, εδώ και πολλές ημέρες
Περί τις πεντέμισι κάθε πρωί
Εκείνη ήταν κι η ώρα που η γυναίκα ξυπνούσε από συνήθειο χρόνων και μια εσωτερική αναζήτηση που της απαγόρευε σχεδόν, να ησυχάζει για πολύ
Το νερό στους σωλήνες των καλοριφέρ κυλούσε με θόρυβο και δύναμη
Όπως ακριβώς επιθυμούσε να κυλάνε κι οι τρόποι της στη ζωή μα δεν ήταν ποτέ έτσι
Προσπάθησε να διαπεράσει με το βλέμμα της το σκοτάδι έξω κι έπειτα από λίγο περιορίστηκε στο μισοσκόταδο του δωματίου
Κάθισε στον καναπέ με το δεντράκι δίπλα της κι έφερε τα πόδια πάνω του εις τρόπον ώστε να μπορεί να ακουμπήσει το σαγόνι της στα γόνατα
Δέκα μικροί αγιοβασίληδες την χαιρέτησαν παιχνιδίζοντας ό ένας με τον άλλο
Αγιοβασίληδες ή νάνοι;
Έδιωξε τον συνειρμό απ' εκείνη την ταινία και χάιδεψε με στοργή τα δάχτυλα των ποδιών της
Ρίλι ρεντ, της είχε πει η Μαρία όταν επέλεξαν το χρώμα του μανόν που θα χρησιμοποιούσαν
Ρίλι ρεντ, λοιπόν!
Πάει καιρός
Δεν θυμάται πόσος ή δεν αποζητά να υπολογίσει
Εκείνος ο άντρας τα είχε πάρει ανάμεσα στις παλάμες του κι αφού τα χάιδεψε, τα έφερε στο στόμα του και φιλούσε τα δάχτυλά της ένα- ένα με τόση τρυφεράδα που την γέμιζε με προσμονή που δεν γνώρισε άλλη φορά
Τα πόδια της
Τώρα.., μόνο την πονούσαν
Πόσο την πονούσαν!
Όσο όλο της το κορμί κι η ψυχή
Υπάρχει ψυχή;
Κι όπως δεν έχει πια εκείνα τ' αντίβαρα να κρατηθεί, και μια που κανείς δεν μπαίνει στον κόπο να το αποδεχτεί και να της το δικαιολογήσει σαν φυσική απόρροια καταστάσεων ηλικίας και άλλων διαφορετικών και να μελώσει λίγο τη καρδιά της, αυτός δεν υποχωρεί μα εγκαθίσταται θριαμβευτικά και παντοδύναμα επιθυμώντας να τραβά την προσοχή

Κοίταξε τα βαμμένα κόκκινα νύχια των ποδιών της
Σαν τα καλτσάκια του μικρού αγγέλλου στο δέντρο της
Έριξε το βλέμμα της στο στολίδι
Πως της έμοιαζε!
Κρατούσε στο δεξί του χεράκι ένα αστεράκι κι ένα στρογγυλό χαμόγελο στόλιζε το μουτράκι του
Μέχρι που θα το κανε πονηρό το χαμόγελο
Όπως το δικό της σε κείνη τη φωτογραφία δίπλα στον πατέρα της, στην Ακρόπολη
Ο φακός τους έπαιρνε από κάτω
Εκείνοι τον κοιτούσαν απευθείας και χαμογελούσαν
Το κοριτσάκι κρατούσε μια μπομπονιέρα κι ένα στρογγυλό χαμόγελο στόλιζε το μούτρο του
Δίπλα, ο πατέρας, μισό βράχο παρακάτω, κρατώντας τη μικρή από τον αριστερό της αγκώνα και χαμογελώντας στο φακό, επεδείκνυε τη σχέση του με την κόρη
Περήφανος
Αγαπημένη
Αναστέναξε
Πάντα η νοσταλγία της προκαλεί αναστεναγμούς και την αίσθηση του ανεπίστροφου, που σημαίνει, κενό...


Ζεστές παρά το προχωρημένο της εποχής, οι ημέρες αυτές
Αταίριαστο
Λίγο κρύο, λίγο χιόνι, οι ρυθμοί και τα παιχνίδια που αυτό συνεπάγεται, όσο νάναι.., θα ζέσταινε τις καρδιές τους
Νάχε δυο κόκκινα μποτάκια..
Θα τα πέρναγε στα πόδια της μέχρι όπου φτάσουν
Να μη ξεχάσει όμως να φορέσει πριν, τα ριγέ όλων των αποχρώσεων του ροζ-άσπρου καλτσάκια μέχρι τα γόνατα που της είχε χαρίσει εκείνη η φίλη
Έπειτα, θα έψαχνε να βρεί το κόκκινο μάλλινο κασκώλ που της είχε πλέξει η μάνα να πάρει μαζί της τα χρόνια των σπουδών της
Έκανε κρύο σαν φύσαγε ο Βαρδάρης εκεί
Ένα κόκκινο σκούφο θα τον χρειαζόταν
Κι αν δεν είχε, θα φόραγε στο κεφάλι της την κάλτσα τής κόρης της φέρνοντας την άκρη μπροστά;, όχι! Πίσω
Οι χιονάνθρωποι έχουν την κατάληξη του σκούφου τους πίσω στην πλάτη τους
Να μένει το πρόσωπο καθαρό, να φωτίζεται το χαμόγελο που με τη σειρά του θα φώτιζε τα πρόσωπα και τις ψυχές των ανθρώπων
Χαμόγελο είχε
Κι ας πονούσε
Όλο το σώμα κι η ψυχή της
Όπως τα πόδια της
Υπάρχει ψυχή;
Τι κι αν ναι, τι κι αν όχι
Θα την έφιαχνε η ίδια
Όπως το κατάφερνε τόσα χρόνια
Κι ας είχε απωλέσει την ικανότητα
Μόλις χθες, αναγκάστηκε να απολογηθεί ζητώντας συγγνώμη που δεν στάθηκε ικανή να συμπαρασταθεί
Ώρα να επανέλθει στη δράση
Το γιατρικό της βρισκόταν στη χαρά που κάπου-κάπου έδινε..

Ο διαπεραστικός ήχος από τη σειρήνα συναγερμού στο διπλανό φαναρτζίδικο, την έβγαλε από τις σκέψεις της
Για μια στιγμή αισθάνθηκε σα να κατέβαινε από το δέντρο ...; τίναζε από πάνω της το χιόνι, αφαιρούσε κόκκινο σκούφο και κασκώλ κι έσκυβε να βγάλει τα μποτάκια
Τίποτε από όλα αυτά φυσικά
Για λίγο είχε αποκοιμηθεί
Μάζεψε βιβλίο και γυαλιά που είχαν πέσει δίπλα της
Σηκώθηκε
Το πρώτο φως είχε ήδη δώσει ύλη στις φιγούρες της πόλης
Ώρα για τα τυπικά του νοικοκυριού της ημέρας
Χριστούγεννα ...;

 

Περνώντας δίπλα από το στολισμένο δεντράκι τής φάνηκε πως αυτό το στολίδι, ο χιονάνθρωπος, είχε το άρωμα από το λάδι που, τελευταία, συνήθισε να φορά στο σώμα της: white musk κι ένα χαμόγελο που της έμοιαζε.. στρογγυλό να πιάνει το πρόσωπο όλο με δυο λακκάκια στις άκρες του ...;.

-14__1~1.JPG

 

***

γραμμένο την 26*12*2010

Profile

orelia Ντάλια Βεντάλια
Αθηνα
Το προφίλ μου

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

Ιανουάριος 2012
ΚΔΤΤΠΠΣ
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728
293031    
Powered by pathfinder blogs