Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2009

στην επέτειο .

έτσι παραμονές
παραμονεύουν οι συνάξεις
να με λιώνουν αγώγιμο υλικό
στα καλούπια της Ιστορίας


αιτηθέντος του κενού
ησυχία
μεγάλη ενέσκυψεν του νου
αμηχανία


το ακροατήριο διερωτήθη
πως εβόουν πριν τα πλήθη


φόρος τιμής αποτάθηκε στη μνήμη
κι η επέτειος ολιγωρούσα
ενεδύετο ανυποψίαστη τον ρόλο της
με μακιγιάζ διατηρητέων μνημείων


εν τω μεταξύ
τόννοι χημικών
σωρρεύονταν στην είσοδο του θεάτρου
κι η Αντιγόνη
κούκλα πάνινη στα σπλάχνα των σκουπιδιών


έτσι παραμονές
παραμονεύουν οι συνάξεις
να με λιώνουν αγώγιμο υλικό
στα καλούπια της Ιστορίας


φοράω τα ρούχα που με γνώρισες
σε μια κατάσταση αναγνωρίσιμου πανικού
καλά κρυμένου πίσω από αφελείς κινήσεις
δαχτύλων και βλεμμάτων


σε καλώ προστρέχοντας σε αποθήκες
ημιθανούς ιστορίας
σε στιγμές μελαγχολίας ή ύποπτης ευφορίας
αντάμωσε με!


το άσπρο προδίδει αταραξία
στο σώμα των αγγέλων


το ποίημα γράφεται πεζό
για να αντέξει στα φορτία των ημερών
κι αυτά
με κόκκινο περιβραχιόνιο στο μπράτσο
πιονιέροι μιας λανθάνουσας επανάστασης
αντιμάχονται την παραδοξότητα των καιρών


το μαύρο δεν ταιριάζει στους χειμώνες

Τετάρτη, 4 Νοεμβρίου 2009

ερωτικό a .

sketch b.jpg

 

Θάρθω να σε συναντήσω
Με την άρνηση της γυναίκας
Που η ζωή της σώνεται

Θάρθεις να με βρεις
Των καιρών ταξιδευτής
Με τάματα στην Παναγιά

Και
Στης στιγμής της μέγιστης
Την αγιοσύνη
Τότε που θα συντελείται
Των σωμάτων προσκύνημα
Θα μου παραδώσεις
Όσιο
Ό,τι πιο πολύ αμφισβήτησα και λάτρεψα

 

Τον εαυτό μου

Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2009

ο Σάκης .

 

Μια φορά κι ένα καιρό ήταν οι δέσμες κι ανάμεσά τους η πέμπτη  και τα παιδιά που πήγαιναν ή προοριζόντουσαν γι αυτήν ήταν χαρούμενα και το δείχνανε σ'; όλους τους τόπους και με όλους τους τρόπους κι έτσι αυτό το βράδυ σε εκείνο το φροντιστήριο του Χαλανδρίου ο Σάκης που εκτός από χαρούμενος ήταν κι ερωτευμένος κι ο έρωτας είναι καημός ξεχωριστός και φωνάζει από όποια θέση κι αν βρεθείς, τραγούδαγε: «Με σκότωσε γιατί την αγαπούσα // γιατί την είχα σαν μικρό παιδί» ( αθάνατε Διονυσίου! ), επισείοντας τον γέλωτα των συμμαθητών του και το ίδιο και της καθηγήτριας που όμως κράτησε την ψυχραιμία της αλλά δεν την κράτησε ο μετασχηματιστής με τα μη ιδανικά πηνία που δίδασκε κι έκανε τις απώλειες απόδοση και βρέθηκε να παίζει ρόλο χασούρας στο σύστημα του εναλλασσόμενου ρεύματος και πολύ ντράπηκε η καθηγήτρια όταν το διαπίστωνε αργότερα στο σπίτι της κι έψαχνε τον Σάκη και τ'; άλλα τα παιδιά να διορθώσει το λάθος κι επειδή πίστευε κι έγινε, να είναι το θέμα των εξετάσεων της επομένης αλλά κι επειδή ντρεπόταν εκείνον τον Θανάση Κ., τον καθηγητή στο φροντιστήριο του Κανέλλου που φορούσε τζιν παντελόνι και πουκάμισο ίδιο ξεπλυμένο την χρονιά του ';76 που ήταν υποψήφια κι εκείνος της δίδασκε Μηχανική που πολύ αγάπησε με κίνητρο το ξεπλυμένο τζιν και την απόδοση της σε αυτήν, ενώ είχε γράψει το πιο πλήρες βιβλίο στην Επαγωγή και τους Μετασχηματιστές με τον φίλο του που δεν θυμάται το όνομά του πια κι ήθελε να διορθώσει τιμής ένεκεν σε κείνη τη σχέση και την ευθύνη των πράξεων της όπως συνήθιζε νάχει κι ακόμη έχει.

 

Τα χρόνια πέρασαν και μαζί τους  πολλά. Η καθηγήτρια σταματούσε πλέον συχνά στις ανηφόρες για να παίρνει ανάσα μα συνέχιζε να μην βάζει εύκολα «τελείες». Ωστόσο, κάθε που αναγκαζόταν να σταματήσει στις ανηφοριές, ξεφόρτωνε κι από ένα μέρος της νεανικής αυθάδειας κι αλαζονείας και ζαλωνόταν τα χαρακτηριστικά του ενήλικα προχωρημένης ηλικίας, πίκρα ας πούμε και βιασύνη άλλης αφετηρίας κι εγωισμό της εμπειρίας. Και μια κατάσταση άτονης έκφρασης απ'; όπου βγήκε με τον θυμό κι από την ανάγκη του ανθρώπου που «φεύγει» και δεν έχει ακουστεί. Μα όπως τα συναισθήματά της πέφτανε βαριά στην ίδια και στους άλλους, άρχισε να επιτρέπει να εναλλάσσονται στο προσκήνιο ελαφρότητες με βαριές φιλοσοφίες κι αυστηρότητα, δίχως να χάνει ωστόσο τα υλικά που την δόμησαν.

 

Έτσι, εκείνο το πρωινό στο σχολείο του Ζεφυρίου όπου ο Σάκης με τα μελιά μάτια μπογιατισμένα με την τσαχπινιά της φυλής του, άρχισε να τραγουδά στο τέλος της σειράς και του μαθήματος «Άλλα θέλω κι άλλα κάνω / πώς να σου το πω.. », επιβράβευσε το παιδί μ'; ένα χαμόγελο την ώρα που παραδεχόταν πως..α! τι όμορφο τραγούδι! μα δεν θυμόταν ποιο είναι και ρώτησε αυτό και ποιος το τραγουδάει μα ούτε το παιδί το ήξερε μόνο συνέχισε «Έξω φυσάει αέρας // κι όμως μέσα μου ...;», Μάλαμας! Πριγκηπέσα! Είπε και συμφώνησε κι ο Θανάσης του πιο μπροστινού θρανίου κι η έκπληξη ήταν μεγάλη όσο και όμορφη.

 

Το πρώτο τρίμηνο είναι δύσκολο στα σχολεία για λόγους που ούτε μπορείς να φανταστείς κι αν το κάνεις μένεις απορώντας  που δεν τάχες σκεφτεί εξ αρχής. Άμα δε, είναι και πρώτος μήνας της Α'; τάξης, την έβαψες ως εμπλεκόμενος σε μια πιο σύνθετη διαδικασία. Αν σου τύχει μάλιστα να εφαρμόσουν εκείνη την χρονιά που μπαίνεις σε όλα τα τμήματα της Α';, το εξαγγελθέν από το 4ο πρώην ΚΠΣ νυν ΕΣΠΑ, πρόγραμμα «ψηφιακή τάξη», την έκατσες την βάρκα μάγκα μου κι αν δεν σου έχει τύχει ένας Σάκης στη ζωή σου να τραγουδά όσο εσύ πασχίζεις να αποδόσεις τις έννοιες της Φυσικής, δύσκολα να βρεις την σύνδεση με ότι μέλλει να προκύψει.

Κι ότι πρόκυψε ήταν σε πλήρη αρμονία με τις συνήθειες και την κουλτούρα αυτών των παιδιών μα και όσων δίχως την βία του φόβου εναρμονίστηκαν τόσα χρόνια μαζί τους -μιλώ για τα υπόλοιπα παιδιά.

Χορεύεις κυρία; Έχω 30 χρόνια να χορέψω, απάντησε η καθηγήτρια όχι με ντροπή αλλά μιαν ελπίδα να βρεθεί κάτι κάποτε να την ξανασηκώσει για χορό. Τίποτα; Ούτε λίγο; Ούτε τα δικά μας; Κι ένα κλικ έφτανε να ελευθερώσει την μουσική στην αίθουσα και τα κορμιά τους. Ο Σάκης κι ο Θανάσης άρχισαν να λυγίζουν το σώμα τους όπως τους είχε μάθει η φυλή τους, γονείς, θείοι, παππούδες. Τα υπόλοιπα παιδιά γελούσαν συνενοχικά και χαρούμενα.

 

Στους Σάκηδες της ζωής μου όλης

 

 

 

Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2009

στη μέρα δώσε τ' όνομά σου .


Έτσι λοιπόν θαρθεί!
μια μέρα
ξαφνικά
όταν θάχεις ξεχάσει να τον περιμένεις

Ένα πρωινό που θα ξυπνάς από έρωτα τραχύ
με στίχους αγαπημένων τραγουδιών

στο μυαλό σου ριζωμένους
όπως γράφτηκαν εκεί το προηγούμενο βράδυ

Κι ούτε που θάχει πρόσωπο
άγριο και μαύρο
κουκούλα, δρέπανο
δεν θα φορεί ή θα κρατάει

Έτσι, καθώς μια αχτίδα ήλιου θα αντιγράφει την παρουσία σου στον απέναντι τοίχο
απαλλάσσοντας σε από διλήμματα προτεραιοτήτων στην αρχή της ημέρας

χρώματα ή μια κούπα ζεστό καφέ;
απρόσωπος θα εμφανιστεί

σε σχήματα όποια κυριαρχούνε γύρω σου

Πρώτα σαν εκδοχή στο αιφνίδιο
έπειτα σαν ενδεχόμενη βεβαιότητα περιγελούσα το ξέχασμα σου
τέλος σαν δράμα αναπότρεπτο

κι όπως τα πράγματα θα ζυγιάζεις
ζωντανός παράλυτος ή πεθαμένος;
επικαλούμενος παράλληλα τα κοντινά σου θεία
ό,τι στο υποσυνείδητό σου γράφηκε από νωρίς ανακαλώντας

όχι κυρίως σαν επιβεβαίωση της άποψης σου
πως
για τέτοιες ώρες φιάχτηκαν
τον ρόλο τους ας παίξουν

μα από συνήθεια
βοήθεια για να πάρεις
μορφές μα όχι πρόσωπα
θα παίρνει


Μάσκες
που άλλες θα σε συντροφεύουν στην οδό
κι άλλες θα τον γλεντάνε
τον φόβο σου
τον τρόμο σου
το άγχος και το άλγος
εναλλασσόμενες γοργά χωρίς να προλαβαίνεις
τις γνώριμες
τις πιο ζεστές
εκείνες που σε στέργουν
κοντά σου να κρατείς
τις άλλες που σε ψέγουν
ν'αποδιώχνεις
έτσι λοιπόν θα εμφανιστεί
μαζί του να σε πάρει
ή στην καλύτερη των περιπτώσεων
απλά να σου θυμίσει απερίσκεπτο πως είναι να ξεχνιέσαι
ένα πρωινό που θα ξυπνάς από έρωτα τραχύ
με στίχους αγαπημένων τραγουδιών
στο μυαλό σου ριζωμένους

Κι αν
κόντρα στα ενδεχόμενα
το γεγονός υπέρ σου λήξει
μη γελαστείς και το σκεφτείς
πως τάχα τον ξεγέλασες
τον άθλιο τον άγνωστο
που δίχως πρόσωπο κουκούλα ή δρεπάνι
για λίγο κοντοστάθηκε
με άλλονε να παίξει
και σαν το θυμηθεί
κοντά σου πάλι θάρθει

Γι αυτό πράξε σοφά
κι όπως θα σηκώνεσαι
στη μέρα δώσε τ' όνομά σου
να το θυμάσαι ._





[Χανιά
Αυγούστου, 12]



Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2009

αλλοτροπισμός ή αλοτροπισμός *

Χειλεόφωνα
αγαπώ, φοβάμαι, βοηθώ
Στον ουρανίσκο μου υγραίνω τα λάμδα της λατρείας και της απαλλαγής
Στην απειλή μπερδεύομαι
Αισχύνομαι

Σε ακούω
Η ανάσα σου μυρίζει αγωνία
Επαναλαμβάνομαι αν βοηθά
Ο χειμώνας κυοφορεί ζωή και στην άνοιξη εγκυμονείται ο θάνατος
Τα καλοκαίρια υπάρχουν για να πιστοποιούν την αλήθεια
Στο φθινόπωρο ο θάνατος απολύεται
Σε ακούω
Η ανάσα σου γαληνεύει
Έφτανε να το παραδεχτείς
Στο κίτρινο των φύλλων αισθητοποιείται η φθορά
Κι οι μήνες, αρσενικά όλοι και πώς να γεννήσουν ελπίδα;

Τα φθινόπωρα πονά αφόρητα η πλάτη μου
Συχνά ο πόνος δεν με αφήνει να ησυχάσω τα βράδια
Απρόσμενο για κάποιον που έζησε το προηγούμενο καλοκαίρι
Τα φθινόπωρα το σώμα μου ετοιμάζεται να κυοφορήσει τη ζωή
Όσο τα κόκκαλα μου κάμπτονται στο σχήμα της μήτρας, το μυαλό μου μετατρέπεται σε υπόστρωμα της κατάλληλο να θρέψει με τρόπο τέτοιο, που συχνά νομίζω πως μια μέρα θα ξυπνήσω με τις συνάφειές του αλλαγμένες
Διατηρώ ελπίδες για μια αναπτυγμένη μετάλλαξη όσο το υλικό παραμένει το ίδιο

Κράτησε τα χέρια στα πλευρά σου
Σύμβολα φτερά για να λάμνουν στο σκότος των απειλών
Χάνω τον έλεγχο και θυμώνω
Απολογούμαι επιθετικά στρέφοντας την προσοχή αλλού
Η ήττα απαραίτητη πριν την νίκη
Νίκη
Ονόμασέ μου τον πόλεμο

Δάκρυα
Οι ποιητές τα ονομάζουν πόνο ή και ψυχή
Διαμάντια
Ευαισθησία
Εγώ τα λέω εγωισμό ή και λύτρωση
Οι επιστήμονες απεκκρίσεις
Περιττώματα συνάφειας αισθημάτων ικανά να επιφέρουν πνιγμό
Όπως και νάναι, μην ντραπείς που κλαις
Σε ακούω
Η ανάσα σου γαλήνεψε
έφτανε να το σκεφτείς
η ιστορία γράφτηκε για να αναπαράγει μίσος
μην ξεχάσεις να αναφερθείς στο παράδειγμα

ένα σμάρι περιστέρια έκλειναν τη διέλευση στον προορισμό
τρομαγμένα ξεχώρισαν στο συναπάντημά σας
ένα μονάχα, αποφάσισε να πετάξει ορίζοντας τον άξονα προς τα εμπρός και ψηλά
έξοδος, τα σύννεφα
έστριψες αριστερά

Αναπαράγω τις φράσεις σου για να σ'; έχω κοντά μου
Αποφεύγω να μιλώ για μεγαλοπρέπεια από φόβο μην αποκαλύψω την έπαρση μου
Εννοώ το λάθος στην μη αποδοχή της χρησιμότητας των όλων
Απαραίτητα (ά)παντα τα στοιχεία στο μεγάλωμα
Οι φίλοι χάνονται όταν ψηλώνεις

Υπόλογοι υπήρξαμε στις ελλείψεις και την σοβαροφάνειά μας
Ευλογημένο το αυθόρμητο στο φιλί
Μην νοιαστείς αν σε δουν να με φιλάς
Διδάσκονται οι στάσεις

Κράτησε τα χέρια στα πλευρά σου
Σύμβολα φτερά για να λάμνουν στο σκότος των απειλών
Χάνω τον έλεγχο και θυμώνω
Απολογούμαι επιθετικά στρέφοντας την προσοχή αλλού
Η ήττα απαραίτητη πριν την νίκη
Νίκη
Ονόμασέ μου τον πόλεμο

Χειλεόφωνα αγαπώ, φοβάμαι, βοηθώ
Στον ουρανίσκο μου υγραίνω τα λάμδα της λατρείας και της απαλλαγής
Στην απειλή μπερδεύομαι
Αισχύνομαι

 

 


 



* αλοτροπισμός με ένα -λ-
η ιδιότητα που έχουν τα υδρόβια ζώα
να τρέπονται προς ορισμένη κατεύθυνση,
για να βρουν νερό με την αλμυρότητα
που χρειάζεται ο οργανισμός τους

ενώ

αλλοτροπισμός
ως έννοια της χημείας
η ιδιότητα ορισμένων στοιχείων
να εμφανίζονται με διαφορετικές μορφές

Δευτέρα, 13 Ιουλίου 2009

η μέρα που δεν είχε τίποτα .

Η ημέρα ξυπνούσε διαθλώμενη σε σύννεφο Ιούνη.
Πριν αυτό συμβεί, δεκοχτούρες και κοτσύφια κέντησαν νότες στο ντεκολτέ της.
Ένα απρόσμενα δροσερό αεράκι έσπρωξε τα μαλλιά της από την μια μεριά του κεφαλιού κι όπως εκείνη έγειρε προς τα εκεί, η πρώτη καλημέρα απίθωσε φιλί υπόμνηση αγάπης στο γερτό λαιμό της.
Ο πρωινός καφές ενεργοποίησε γευστικά τους αισθητήρες τής γλώσσας κι ύγρανε απολαυστικά τον ουρανίσκο της.
Οι επόμενες καλημέρες και χαμόγελα σμίλεψαν σκουλαρίκια ανοιχτής αποδοχής στ'; αφτιά της και η αναστάτωση στην αίθουσα από την αναμονή των αποτελεσμάτων έραψε παραπανίσια μεταλλικά τρουκς στο ζωνάκι της φούστα της.
Την ώρα που το χαμόγελο μελαγχολίας που στα χείλη του αγοριού έγραφε μετεξεταστέος χάριζε σε κείνη εμπιστοσύνη κι ελπίδα, μια διένεξη από ανταγωνισμό ξήλωσε την μπροστινή ραφή της αυτοκυριαρχίας της καθιστώντας την απολογητική.
Τότε κι ο Ιούνης έσφιξε δυνατά στα χέρια του το πρόσωπό της κι άφησε ηχηρό φιλί θαυμασμού κι εκτίμησης στο μάγουλό της. Αμήχανη από τ'; αναπάντεχο και την δύναμη της εκδήλωσης, έσκυψε το κεφάλι να μην σχολιαστεί η χαρά κι η έκπληξή της.
Κι όπως τα πράγματα παίζουν πινκ πονκ ανάμεσα σε δότη, παραλήπτη και περιβάλλον, την επόμενη στιγμή η έκπληξη κι η ευχαρίστηση του γονιού γέμιζε καραμέλες γεμιστές με κακάο ευχαριστιών τις τσέπες της όπως εκείνες οι καραμέλες του αστακού που την κέρναγαν οι θείοι της μικρή, όταν απέδωσε τις ξεχωριστές παρατηρήσεις της για τα παιδιά τους.

Καθώς το μεσημέρι πήρε να αγκαλιάζει την μέση της, η ζέστα ίδρωνε το αυλάκι της πλάτης και τις καμπύλες των γοφών της. Ένα άγγιγμα αντρικό στο στήθος κι ακόμη ένα στην κοιλιά αναστάτωσαν τις σφύζουσες ορμόνες της. Στο λευκό των ματιών της γράφηκε η επιθυμία και τα χείλη παραδόθηκαν μισάνοιχτα.
Απόγεμα κι άνεμος αιφνίδιος εισχώρησε στα εντός της οικίας και, κρύβοντας το πρόσωπό του πίσω απο την κουρτίνα, χάιδεψε το χαλαρό κορμί της. Την ίδια ώρα μια ηλιαχτίδα της Δύσης ξέφευγε από τον προορισμό της και ξάφνιαζε την ίριδα του ματιού της. Στο άσπρο μαντήλι που έβγαλε για να στεγνώσει τον αιφνιδιασμό, η αχτίδα που ξεστράτισε πρόλαβε να γράψει με κόκκινη μεταξωτή κλωστή το μονόγραμμά της. Ένα άλφα πλαγιαστό με το αριστερό του άκρο τυλιγμένο σαν ουρά γάτας που προκαλεί το αρσενικό και το δεξί στητό σαν άντρας αγέρωχος και σίγουρος για τον εαυτό του.
Η βαθειά γλυκιά γεύση μιας φέτας καρπούζι ικανοποίησε τα σωθικά της τακτοποιώντας μιαν πιέτα λίγο πιο πάνω από το στρίφωμα της φούστας της.

Κι εκεί, στο στρίφωμα της μέρας, καθώς αυτή χανόταν στα πρώτα φώτα των λαμπτήρων που ίσιωναν τις αποστάσεις ανάμεσα σε εκείνη και την επομένη, ένα υπόλοιπο επιθυμιών ενσωματώθηκε σε ένα κλικ. Εισερχόμενα μηδέν. Κι όσο η ματιά αισθητοποιούσε το ερέθισμα, η αποστολή συμπεράσματος συνετελέσθη ακαριαία και το παντατίφ με την πολύτιμη πέτρα Η_μέρα_δεν_είχε_και_πάλι_τίποτα, καρφιτσώθηκε στο ύψος της καρδιάς.

Νύχτωνε.








 

Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2009

στο ζαχαροπλαστείο "Βυζάντιο" .


























Στο τραπεζάκι
δεξιά από την είσοδο
τρεις άντρες
Πανεπιστημιακοί μα δεν τους τό 'κανες
δίχως τη σιγουριά να υποστηρίζει το εγώ τους
κοινωνικά άπειροι κατά τα φαινόμενα
σχολίαζαν
κρίνοντας την επίδοση στην γνώση
από το βάθος του ντεκολτέ και την στάση του σώματος
-όχι αδικαιολόγητα
Στο τραπεζάκι
τα τυπικά
Γλυκά παραδοσιακά
καφέδες ευρωπαϊκοί
ανάμεικτα


Κι η ώρα που λιγόστευε
φέρνοντάς τους πιο κοντά στην αναχώρηση
από την πόλη που όφειλαν να υπηρετήσουν τις ανάγκες της
-και τις συνήθειές της ίσως
αλλά εκείνοι
αποστασιοποιημένοι
διαρκώς αναχωρούσαν































Στο πατάρι
ησυχία
Ήχοι ξύλου που ταλαντεύεται
με την συχνότητα των βημάτων μου
Φως
εκκλησίας σε βρεγμένο σούρουπο
Στη γωνιά
κατάνυξη υποταγμένη στη φανταστική παρουσία
ανθρώπων άξιων
μιας εποχής πέραν των τυπικών διαστάσεων
Είρωνας στην προσέγγισή του, ο ένας
Πληθωρικός στον παρορμητισμό του, ο άλλος
Διεισδυτικός σε βλέμμα και σκέψη, ο τρίτος
Κι ένας τέταρτος,
ο Γκάτσος





























Έξω
η νύχτα ντυμένη την φαντασία μου
κι ένα χαμόγελο Σειρήνας
κερνά ηδύποτα τους αναχωρητές...





ζαχαροπλαστείο "Βυζάντιο"





[ Ξάνθη ]
3*6


Πέμπτη, 2 Ιουλίου 2009

καταβολισμός *

Manos_e.jpg












Από ώρα
ο ουρανός δήλωνε
την επιδίωξη του να τον προσέξεις
Μα εσύ
ιχνηλατούσες
έλεγες
στα γύρω καλντερίμια
του Μάνου την παρελθούσα παρουσία
Εις μάτην
Θαμμένη κάτω από GTi κι αμάξια διαφόρων κυβικών
απαξίωνε θαρρείς
τους λόγους της μαρτυρίας του
Δυο τρία άτομα μόνο
ντόπιοι και ξένοι
δηλωτικά των καιρών και της εποχής
ενδεχομένως και των συνηθειών του τόπου
εναλλάχθηκαν στο σκηνικό
πιστοποιώντας τις αρχικές σου υποθέσεις
-τα μυστικά της πόλης
βρίσκονται πίσω από τις πόρτες ακόμη-
Τότε κι αυτός
-ο ουρανός-
έβρεξε θυμό
για την προσοχή που δεν του έδωσες
ή για να σε απομακρύνει
από την αλήθεια που αποκαλυπτόταν
Και την ώρα ακριβώς
που τα θυρόφυλλα
έκλειναν
από φόβο μην παρεισφρήσει η οργή
στο τεχνολογικά άρτια οργανωμένο παρόν
μια σκεπή δάκρυσε λησμονιά στον αριστερό σου ώμο
όσο η βροχή νότιζε το μυαλό και το κορμί σου

Στο μπακάλικο
τρεις άνθρωποι
άγνωστοι μεταξύ τους
άρπαξαν την ευκαιρία να μιλήσουν για πολλά
Έγινες ένα μαζί τους
Η κουβέντα άνοιξε
Κι ο ουρανός το ίδιο




καταιγίδα στα λιθόστρωτα


(Ξάνθη)
3*6




 
 
* καταβολισμός:
το σύνολο των φαινομένων
κατά τα οποία
αποδομείται ζώσα ύλη
σε απλούστερες ουσίες
με ταυτόχρονη απελευθέρωση
ενέργειας
-εδώ χρησιμοποιείται μεταφορικά-


Τετάρτη, 1 Ιουλίου 2009

το μικρό φιλί .

Δώσ' μου ένα μικρό φιλί
ένα γλυκό φιλάκι
Να κελαηδάει σα πουλί
νάναι λευκό κρινάκι

Δώσ' μου ένα μικρό φιλί
ένα χελιδονάκι
να φτερουγάει σα ψυχή
μεσ' του λαιμού τ' αυλάκι

Ν' ανοίξει το πανώχειλο
σα φύλλο από πλατάνι
και στον κρινένιο μου λαιμό
να πλέξει ένα στεφάνι

μαργαριταρένια σ΄αγαπώ
να δέσει με κοράλλι
και στου αφτιού μου το λοβό
ενώτιο λειψό φεγγάρι


17*6*09



Σάββατο, 27 Ιουνίου 2009

έποικοι ερωτοτροπισμοί .

το μεσημέρι κάθισε αποκαμωμένο στην άκρη του κρεβατιού
κι αυτό γούβιασε
για να δεχτεί στην αγκαλιά του
το κουρασμένο σώμα



Είχε ώρα που η νύχτα τέντωνε το κορμί της πάνω από την πόλη
αναποφάσιστη καθώς η Ζέστη δεν την άφηνε σε ησυχία
Τρύπωνε σε όλες της τίς κοιλότητες και την ίδρωνε
μ' ένα τρόπο που αντιφέγγιζε θαρρείς στο σκοτάδι
αδήλωτες επιθυμίες
με το μισόφεγγο της ενοχής
που συγκέντρωνε πάνω του τα βλέμματα περίεργων
Κι αυτή, η Νύχτα, ανέτασσε το σώμα της
πότε έτσι, πότε αλλιώς
σα γυναίκα που καλούσε σε έρωτα
Τότε ένας άνεμος διάτρητος
τόσο που καταντούσε ασαφής
με 'κείνη την ασάφεια μιας τρυφερότητας
απαγορευμένης να εκφραστεί
κι επομένως αντρικής
ταξίδεψε από άλλα μήκη και πλάτη
κι απαλός σαν την ανάσα μωρού σε ύπνο
γύρεψε να στραγγίσει τις εκροές
από το ολούθε του κορμιού της
αφού πρώτα σχημάτισε εμπρός της
δυο βήματα μοναχικά και σίγουρα
ζεϊμπέκικου
Ανακουφισμένη παραδόθηκε
Στο μεταξύ
η κούραση είχε ήδη διακτινιστεί στην ημέρα
που πριν καλά καλά ξυπνήσει
ξερνούσε ήλιο και κάψα
και μιαν άπνοια αποδυναμωμένη
Μέχρι που...
το μεσημέρι κάθισε αποκαμωμένο στην άκρη του κρεβατιού
κι αυτό γούβιασε
για να δεχτεί στην αγκαλιά του
το κουρασμένο σώμα...




τ' απόγεμα φύσηξε βοριάς
τα μυρμήγκια χάθηκαν
γυρνώντας πίσω
μέσα από τρύπες
που είχαν τα ίδια ανοίξει...





 





(αυπνία στις αρχές του καλοκαιριού
ο πρώτος καύσωνας

έποικοι ερωτοτροπισμοί)



Profile

orelia Ντάλια Βεντάλια
Αθηνα
Το προφίλ μου

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

Νοέμβριος 2009
ΚΔΤΤΠΠΣ
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728
2930     
Powered by pathfinder blogs